Κεντρική σελίδα
 

 

 

Μια περιπατητική ανά-γνωση της πλατείας Ομονοίας
(Μ. Μητσάκης – Γ. Ιωάννου – Μ. Κουμανταρέας)

Αντιγόνη Βλαβιανού



Αν αληθεύει ότι η έννοια του Χώρου παραπέμπει αφ’ εαυτής στο σύνολο των ποικίλων αναπαραστάσεών του σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, είναι εξίσου αληθές ότι η έννοια του αστικού χώρου παραπέμπει εξαρχής στην αναπαράσταση ενός βιωμένου χώρου. Κάθε πόλη, ως «κοινωνικός χρονό-τοπος», συνιστά, λοιπόν, ένα σταυροδρόμι αναπαραστάσεων και βιωμάτων, που καλεί τη λογοτεχνική γραφή να καταγράψει τη γεωγραφία της, συνδέοντας χρόνο, τόπους και ανθρώπους.

«Υπάρχουν πόλεις περισσότερο ή λιγότερο λογοτεχνικές, ανάλογα με τον περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν στη λογοτεχνία. […] Αλλά, κυρίως, υπάρχουν πόλεις περισσότερο ή λιγότερο κειμενικές, ανάλογα με την ποσότητα κειμένων που αθροίζουν», αποφαίνεται ο γάλλος συγγραφέας και θεωρητικός Μισέλ Μπυτόρ. Και καταλήγει: «Η λειτουργία της πόλης ως συλλέκτη κειμένων είναι τόσο σημαντική, που αναρωτιέται κανείς αν συνιστά τη θεμέλιο λίθο της.»

Η παρουσία του αστικού χώρου στη λογοτεχνία μοιάζει, λοιπόν, προφανής. Πλην όμως, σε μια πόλη όπου οι λεωφόροι της διαγράφουν ποικίλες εκδοχές διαφυγής και η κεντρική πλατεία της δεν αποκαλύπτεται παρά σε όποιον ξέρει να την περπατήσει, η αστική καθημερινότητα δεν είναι αυτονόητη αλλά ασαφής και θολή. «Ένα είδος τύφλωσης» κυριεύει τον περιπατητή, κατά τον γάλλο συγγραφέα Ζωρζ Περέκ, που αρνείται οιαδήποτε προκατάληψη για τον αστικό χώρο και συμβουλεύει την εξής μέθοδο απαλλαγής από την πλάνη: «Πρώτα πρώτα, κάνε μιαν απογραφή όσων βλέπεις. Κατάγραψε καθετί για το οποίο είσαι βέβαιος. Κάνε μερικές θεμελιώδεις διακρίσεις ας πούμε, μεταξύ του τί είναι πόλη και του τί δεν είναι πόλη. […] Παρατήρησε τί συμβαίνει όταν η πόλη σταματά. […]»Ύστερα επιστρέφει στην ύλη του αστικού χώρου: «Μια πόλη: πέτρα, τσιμέντο, άσφαλτος. Άγνωστοι, μνημεία, ιδρύματα. Μεγαλοπόλεις. Πόλεις πλοκαμοειδείς. Αρτηρίες. Πλήθη. Μυρμηγκοφωλιές;» και σωρεύει αναπάντητα ερωτήματα: «Τί είναι η καρδιά μιας πόλης…; […] Τί το ωραίο και τί άσχημο υπάρχει σε μια πόλη; Πώς γνωρίζουμε μια πόλη; Πώς γνωρίζουμε την πόλη μας;»

Στο παρόν κείμενο, θα εστιάσουμε τα ανωτέρω ερωτήματα στην πλατεία Ομονοίας, επιχειρώντας μια ανά-γνωση της τοπογραφίας του αστικού χώρου (δρόμοι, πλατείες, πεζοδρόμια, σταυροδρόμια, στοές ή υπόγειες διαβάσεις), των μετακινήσεων μέσα σ’ αυτόν (εκδοχές βάδισης ή μέσα μεταφοράς) και των χώρων συνάθροισης των ανθρώπων (καφενεία, σινεμά και ποικίλα μαγαζιά), σε συνδυασμό με τις μεταμορφώσεις της πόλης (μέσα σ’ ένα 24ωρο ή σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα) και τον ιστορικό της χρόνο (μέσω παλαιών κτιρίων/μνημείων ή άλλων εγγραφών της συλλογικής μνήμης στο σώμα της). Επίσης, θα διερευνήσουμε τον κοινωνικό διαχωρισμό του αστικού χώρου, μέσω του αστικού κόσμου που τον περιτρέχει (εργαζόμενοι, καλλιτέχνες ή περιθωριακοί, ξένοι, ανέστιοι, επαρχιώτες ή επαίτες) και του αστικού λόγου που περιέχει (πινακίδες, επιγραφές ή άσματα και σπαράγματα προφορικού λόγου των μικροπωλητών και των περαστικών). Τέλος, θα επιχειρήσουμε την προέκταση του αστικού χώρου μέσω μιας ανάγνωσης αισθητικής (που αφορά στις αισθήσεις και στην αντίληψη/αναπαράσταση της πόλης διαμέσου αυτών) και συμβολικής (που συνθέτει, ουτοπικά ή μη, τη σύγχρονη μυθολογία της πόλης).

Ας δούμε πώς ενορχηστρώνονται όλα αυτά μέσα από τα κείμενα τριών νεοελλήνων συγγραφέων για την πλατεία Ομονοίας και τα περίχωρά της – το εικονογράφημα«Ζωγραφιά νυκτερινή»του Μιχαήλ Μητσάκη, τα πεζογραφήματα Ομόνοια 1980και «Τα σαράντα κύματα»του Γιώργου Ιωάννου, καθώς και το κείμενο «Σε μέρος όπου φως δεν φέγγει»του Μένη Κουμανταρέα –, αφού πρώτα διευκρινίσουμε εκ νέου ότι σκοπός μας δεν είναι μια εξαντλητική μελέτη της αστικής τοπογραφίας, αλλά, αποκλειστικά, μια ανά-γνωση και ανα-γνώριση της εν λόγω κεντρικής πλατείας της Αθήνας μέσα από τα μάτια τριών συγγραφέων, που την περιδιάβασαν και την περιέγραψαν διεξοδικά, σε διαφορετικές εποχές και ώρες.

***

Aστικός χώρος – αστικός κόσμος. Η πλατεία.

Στην αρχαία Ελλάδα, το – κλεινόν ή μη – άστυ διέθετε κάποιους χώρους κεντρικούς και κυκλικούς, όπου η θεά Εστία ρίζωνε και συντηρούσε τις δραστηριότητες των ανθρώπων. Κατ’ επέκτασιν, κάθε εστία/οικία, προσκολλημένη στη γη, έμοιαζε κατά τον Ζαν Πωλ Βερνάν με «ομφαλό που ρίζωνε το σπίτι στο χώμα». Για λόγους ιστορικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς, οι σύγχρονες δυτικές πόλεις διατήρησαν την αναγκαιότητα ενός κέντρου, που, ως εικόνα σφαιρική και ομόκεντρη της μνήμης και της ταυτότητας μιας πόλης, συμβολίζει την ενότητα ενός κατακερματισμένου αστικού χώρου, δηλαδή το σημείο συνάθροισης και συγκέντρωσης των κατοίκων της πόλης. Άρα, «πηγαίνω στο κέντρο [μιας πόλης] σημαίνει συναντώ την κοινωνική “αλήθεια”, δηλαδή, συμμετέχω στην υπέροχη πληρότητα της “πραγματικότητας”», αποφαίνεται ο γάλλος θεωρητικός Ρολάν Μπαρτ.

Από την άλλη, το κέντρο μιας σύγχρονης πόλης – εύκολα, πλέον, προσβάσιμο στον πολύ κόσμο, λόγω της διεύρυνσης των οδικών αρτηριών και της εξέλιξης των μέσων μαζικής μεταφοράς – διαθέτει παραδοσιακές ή μη πλατείες, που ενσωματώνονται αρμονικά στον αστικό χώρο, επιτρέποντας τη συνάθροιση και την πρόσμειξη των κατοίκων μιας πόλης. Υπάρχουν ποικίλες πλατείες: κυκλικές, ημικυκλικές, τριγωνικές, τετράγωνες ή πολυγωνικές, αλλά, κυρίως, υπάρχουν «πλατείες ανοιχτές», ως σημεία σύγκλισης πολλών αρτηριών, και «πλατείες κλειστές», ως χώροι προέκτασης μνημείων, μουσείων ή εκκλησιών. Εν τέλει, για να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στην Αθήνα, «υπάρχουν λογιώ λογιώ πλατείες […]. Μικρές, μεγάλες, άσημες και διάσημες. Οι πλατείες σε μια πόλη είναι το ξέφωτο που ο οδοιπόρος σταματά. Είναι εκεί που οι άνθρωποι στήνουν μνημεία και τα καφενεία βγάζουν καρέκλες. Ένας τόπος σαν την αρχαία Αγορά, που οι πολίτες μαζεύονται να συζητήσουν, ν’ αποφασίσουν ή να περάσουν τη μοναξιά τους συντροφικά», γράφει ο Μένης Κουμανταρέας και ομολογεί: «Μ’ αρέσουν οι πλατείες. Εγώ ο ίδιος μεγάλωσα στην πλατεία Βικτωρίας, παρέα με ανθρώπους μελαγχολικούς που παίρνουν τον Ηλεκτρικό, τηλεφωνούν από θαλάμους, παίζουν χαρτιά και φλίπερ Ύστερα, δε, από μια σύντομη αναφορά σε δύο κεντρικές πλατείες της Αθήνας στο Κολωνάκι και στο Σύνταγμα, καταλήγει με ύφος έντονα εξομολογητικό: «Υπάρχουν ακόμα χιλιάδες πλατείες. Στο Περιστέρι, στο Παγκράτι, στα Πατήσια. Καθώς η Αθήνα μεγάλωσε, ούτε που τις ξέρω. Τις βλέπω μέσα από αυτοκίνητα, τουρίστας κι εγώ. Καμιά φορά ζηλεύω που δεν είμαι θαμώνας τους. Θα ’θελα, αν ήταν δυνατόν, να τις είχα όλες. […] Απ’ όλες, όμως, τις πλατείες – εκτός, βεβαίως, απ’ αυτήν που μεγάλωσα – μία ξέρω καλά. Παρ’ όλες τις αλλαγές που μεσολάβησαν, κι ας έφυγαν τ’ ανθοπωλεία, κι ας κόπηκαν δέντρα και προστέθηκε η υπόγεια στοά, εκείνη μένει αναλλοίωτη. Είναι η Ομόνοια, η πιο κεντρική κι η πιο λαϊκή – ο ομφαλός της χώρας. Αυτή που δεν έχει μόνιμους θαμώνες, δέντρα, μνημεία, ούτε καν αξιοπρεπή μαγαζιά. Εκεί μαζεύονται οι επαρχιώτες που ήρθαν να βρουν την τύχη τους στην Αθήνα. Εκεί και κάποιοι απελπισμένοι πρωτευουσιάνοι, αποζητώντας την ψευδαίσθηση μιας συντροφικότητας – κάτι που δεν χάθηκε ακόμα απ’ αυτή την πόλη. Χίμαιρες και άνθρωποι πάνε χέρι με χέρι σε τούτη την πλατεία. Εκεί πηγαίνω κι εγώ

Σύμφωνα με τον Μ. Κουμανταρέα, η πλατεία Ομονοίας, ως «πλατεία ανοιχτή» και κεντρική, καταργεί κάθε έννοια κοινωνικού διαχωρισμού και χωρικής ιδιοκτησίας, εφόσον κανείς περίοικος ή τακτικός θαμώνας δεν δύναται να την ιδιοποιηθεί κατ’ αποκλειστικότητα σε σχέση με τους αναρίθμητους περαστικούς που τη διασχίζουν κάθε μέρα. Συνεπώς, πέρα από την ιδιότητα του ομφαλού της πόλης – που παραπέμπει στην εστία/οικία της αρχαιότητας, η οποία ριζώνει στη γη και συντηρεί τις δραστηριότητες των ανθρώπων, όπως είπαμε ανωτέρω –, συναντάμε εδώ την αρχή της ισονομίας, που θέσπισε ο Κλεισθένης στην Αθήνα του 6ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες μιας πόλης συντηρούν με το κέντρο της σχέσεις συμμετρικές και αντιστρέψιμες, εφόσον καμία ιδιότητα δεν τους παρέχει ιδιαίτερα προνόμια ως προς αυτό, παρά μόνο ισόκυρες δυνατότητες στη χρήση του. Με τα λεγόμενα του Μ. Κουμανταρέα ομονοεί, εξάλλου, και ο Γιώργος Ιωάννου, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «[…] Μπορούμε να πούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος ανθρώπων εκεί είναι το τρεχούμενο, οι περαστικοί. Αυτό το ρεύμα φουσκώνει ορισμένες ώρες το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ. Ύστερα έρχονται οι επαρχιώτες, που περιφέρονται γιατί έχουν δώσει κάποιο ραντεβού, γιατί θέλουν να χαζέψουν ή και γιατί επιδιώκουν […] κάποια […] περιπέτεια. Μετά είναι οι μόνιμοι ή ημιμόνιμοι θαμώνες, στους οποίους μπορούν να υπαχθούν και οι ανυπάκουοι στις σχετικές διαταγές φαντάροι και τέλος έρχονται οι ξένοι, που ώρες ώρες φαίνονται πολλοί, αλλά κατά μέσο όρο ευτυχώς είναι λίγοι. […]

Η πλατεία Ομονοίας, ως φυσικό αλώνι που «βρέθηκε» και δεν «επινοήθηκε» στο σώμα της πόλης, συνιστά άρα ένα πόλο έλξης όπου συγκλίνουν όλες οι κεντρικές αρτηρίες της Αθήνας και, πρωτίστως, η ζωτική ενέργεια των κατοίκων και των επισκεπτών της. Έτσι, ακόμα κι όταν ο Γ. Ιωάννου προσπαθεί να την οριοθετήσει χωρικά, προσμετρώντας και «όλη την εφαπτόμενη γύρω της περιοχή, που ζώνει με δυο και τρία ζωνάρια τον περιώνυμο χώρο», στα όρια της πλατείας αυτής καθαυτής επιστρέφει, καθώς μονολογεί: «Τί τα θέλεις όμως; Ομόνοια είναι κυρίως η πλατεία, όλα τα άλλα υπάρχουν μόνο χάρη σ’ αυτήν, όχι μονάχα στ’ όνομά της αλλά και στην έλξη της.» Και επεξηγεί: «Την αναμφισβήτητη ελκτική δύναμή της πρέπει κατ’ αρχή να τη χρωστάει στην κεντρική θέση της, στη μεγάλη διακίνηση ανθρώπων που παρουσιάζει. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σκέφτονται την Ομόνοια σαν ένα μεταίχμιο και αυτό είναι κυρίως. Αν γινόταν ξαφνικά συνηθισμένη και παράμερη, […], τότε θα έχανε όχι μονάχα από το ρυθμό και τη ζωή της, αλλά και τη μυστική ζωή της, γιατί αυτή η ζωή θρασομανάει ακριβώς κατέναντι του πλήθους, επί τη θέα του πλήθους, και όχι στις μοναξιές και στους ησυχασμούς, όπως θαρρούνε

Η συνεχής ροή του περαστικού πλήθους παραπέμπει, κατ’ επέκτασιν, στην εικόνα του ποταμού, που – αλληγορικός ή νοητός – καθιστά την πλατεία μια «λίμνη» όπου εκβάλλει «ξεβράζ[οντας] […] τροχοφόρα και ανθρώπους» από όλη τη χώρα. «Το ίδιο [, άλλωστε,] συμβαίνει και με τους ανάπηρους, τους τυφλούς, τους παράλυτους, τους ραιβούς, τους μουγγούς, […] τους χαζούς, τους τρελούς. Η άγια επαρχία τους […] τους αποδιώκει […] ενώ η αμαρτωλή Αθήνα, και η αμαρτωλότερη Ομόνοια τους δέχεται κι αυτούς ταπεινά και αγόγγυστα», συμπληρώνει ο Γ. Ιωάννου. Τη θέση της θεάς Εστίας, που ακινητοποιεί και ριζώνει, παίρνει πλέον ο θεός Ερμής της αρχαιότητας, που ενεργοποιεί την κινητικότητα των διερχομένων και προβάλλει τη διαφορετικότητά τους – «[…] αυτών που περνούν από πάνω κι αυτών που βουτούν στο υπόγειο, για να ξαναβγούν από την άλλη ή να αναχωρήσουν με τα τραίνα. Κι ακόμα […] εκείν[ων] που έρχονται με τα τραίνα και αναδύονται κατά πυκνές φάλαγγες από τη γη, για να φύγουν ή να προστεθούν στους αναμένοντες. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά τα πλήθη οι άνθρωποι με στολή, φαντάροι, ναύτες, σμηνίτες, χωροφύλακες, αστυφύλακες, αξιωματικοί, καλόγριες Κι ακόμα, τρομοκρατημένοι, συνήθως, παπάδες και λυσίκομοι διάκοι […]» – ως βασικό συστατικό της συνοχής τους. Με άλλα λόγια, η πλατεία Ομονοίας, σαν ένα «ζωντανό κομμάτι σάρκας», συγκροτείται από αναρίθμητα κύτταρα που προτάσσουν τη διαφορετικότητά τους ως συνείδηση της ιδιαιτερότητάς τους και, συγχρόνως, ως συναίσθηση μιας οικειότητας που τους συνέχει όλους.

Κι ο συγγραφέας–περιπατητής, δηλωμένος «εραστής της Ομόνοιας» και θεατής αυτού του ετερόκλητου πλήθους που διατρέχει την πλατεία, διαβρέχεται από «το αδιάκοπο ποτάμι των διερχομένων» και επιδίδεται σε μια εξαντλητική περιγραφή της πλατείας/λίμνης μέσα από αλλεπάλληλους ομόκεντρους κύκλους – σαν να ρίχνει πετραδάκια στο νερό –, τους οποίους διαγράφει με το βλέμμα: σε πρώτο πλάνο, τα πεζοδρόμια με μερικούς περαστικούς, «σταματημένους παράμερα […], να κοιτάνε ή ριζωμένους στη μέση στο πεζοδρόμιο […] να συζητάνε […] δήθεν αμέριμν[α] για άρρητα αθέμιτα» και «τα πάμπολλα τηλέφωνα [,] [από τα οποία] βρίσκεται πάντοτε κρεμασμένος κι ένας φαντάρος ή ένας νεαρός που μοιάζει με φαντάρο» ύστερα τα «τσιμεντένια πεζούλια που περιτειχίζουν τις καταπακτές του υπόγειου […], [όπου] συνάπτονται γνωριμίες και […] ειδύλλια της μιας ώρας, […] και […] ηχούν οι πρωτότυπες φράσεις, “τί ώρα έχετε;”, “τη φωτιά σας, παρακαλώ”, “από πού είστε;”, […]» γύρω γύρω, τα «καφενεία που απόμειναν επάνω στην πλατεία», τα «φτην[ά] ξενοδοχεί[α] της Ομόνοιας» και τα (πορνο)σινεμά, το φαρμακείο Μπακάκου, ως «χώρος των ραντεβού των πιο εμφανίσιμων […], [και] θύλακας της κανονικότητας» της πλατείας, τα «μαγαζιά, όπου πουλιούνται κατά σωρούς τα φτηνοπράγματα» και το γαλατάδικο, «γωνία Αθηνάς, εκεί όπου πίσω από μια σειρά φώτα νέον, στο βάθος ξεπροβάλλει ο Παρθενώνας χλωροφορμισμένος, μες στην αιθάλη»τις νύχτες πιο πέρα, η διαμπερής στοά μα τα σουβλατζίδικα – «που κάποιοι, άγνωστο γιατί, βάφτισαν στοά της αμαρτίας»–, όπου «επικρατεί ψυχολογία γηπέδου ή κουζίνας […], [αφού] μπροστά της γίνεται ο αλαλαγμός με τη μαύρη αγορά των εισιτηρίων ποδοσφαίρου»,κι ολόγυρα οι μεγάλοι δρόμοι που ζώνουν την πλατεία: «η οδός Γ΄ Σεπτεμβρίου […], που σου υποβάλλει την ιδέα του ορμητικού ποταμού»,η οδός Πειραιώς, με «το καφενείο του “Μεγαλέξανδρου” [στη] γωνία […], που είδε άλλοτε κλέη»,η οδός Αθηνάς – «ο δρόμος της μαγκιάς, της ψευτοδουλειάς, των μικροαπατεώνων και της φτώχειας» –,ενώ «περνώντας απέναντι, στο κομμάτι που σχηματίζεται από τη διαγώνιο της Σταδίου με την Πανεπιστημίου, είναι σαν να περνάς στην ξεραΐλα και τον καθωσπρεπισμό».

Ακολουθώντας την τροχιά που διαγράφει το βλέμμα του Γ. Ιωάννου και του Μ. Κουμανταρέα, διαπιστώνουμε ότι, μέσα σε λιγότερο από εκατό χρόνια που χωρίζουν τη «Ζωγραφιά νυκτερινή» του Μ. Μητσάκη από τα κείμενα των πρώτων, το βλέμμα του συγγραφέα πρόλαβε να καθηλωθεί χαμηλά. Έτσι, ενώ τα μάτια του Μ. Μητσάκη κινούνται μεθοδικά και βιαστικά, ανεβοκατεβαίνοντας με παρατηρητική οξύνοια και περιγραφικό οίστρο την κλίμακα που ενώνει γη και ουρανό στην πλατεία Ομονοίας στα τέλη του 19ου αιώνα (« Από των γύρω δρόμων, μεγάλαι πνοαί ανέμου εισβάλλουν εκ των γωνιών, συρίζουσαι, σαρόνουν το έδαφος σφοδραί, συσπούν την κόμην των υψηλών δένδρων της, σηκόνουν εις σύννεφα την σκόνην. Επάνω, εις τον καταξάστερον ουρανόν, μεταξύ βορρά και ανατολής, πλησιφαής λάμπει η σελήνη, κ’ εις το πλάγι της […] φέγγει εν άστρον, ως λευκός ακόλουθος, ανασύρων νομίζεις την άκραν της θείας εσθήτος της˙ [...] τα γκαρσόνια, πηγαινοερχόμενα, […] παίρνουν τ’ απομείναντα ποτήρια, σκουπίζουν από χάμω τ’ αποτσίγαρα, των φυστικιών τα φλούδια, των ποδών τα ίχνη, τα φτυσίματα, όλην την βρώμαν που αφίνει πίσω της πληθύς ανθρώπων συνελθόντων δια να ιδωθούν, να ξαπλωθούν, να φλυαρήσουν. […] Φαιοί κ’ ευθείς, οι τηλεγραφικοί στύλοι, φεύγουν κατά μήκος της [πλατείας]. Οξέα, υπερύψηλα τα τέσσερα κοντάρια του ηλεκτρικού […] φρουρούν τας τέσσερας πλευράς της, παμμεγέθη. […] Ο άνεμος φυσά, πάντοτε σφοδρός, διελαύνων την πλατείαν μετ’ οργής, αναστατώνων τα φυλλώματα, απειλών να καταρρίψη […] τους στύλους των φανών του τηλεγράφου, ανεγείρων προς τον ουρανόν κονιορτού σίφωνα. Κ’ εκεί κάτω, εις κάποιαν εκ των γωνιών, ένα παράθυρον, ανοικτόν λησμονηθέν, παραφερόμενον υπό του βιαίου ρεύματος, […], βροντά λυσσωδώς κατά του τοίχου, έκφρον και βαρύ, ωσάν να ήθελε να συγλονίση την πλάσιν…»), το βλέμμα του Γ. Ιωάννου και του Μ. Κουμανταρέα μετά βίας υψώνεται ώς τις προσόψεις των γύρω κτιρίων, με τα «σβηστά […] φώτα στα παράθυρα, […] και […] μια φωτεινή διαφήμιση για τσιγάρα, […] [που] ξεχάστηκε αναμμένη, για να θυμίζει μια νεύρωση του αιώνα μας, που δεν λέει να γιατρευτεί». Συνήθως, πάει «τοίχο τοίχο», όπως και η ζωή εκεί, καταγράφοντας πρόσωπα, λόγια, βήματα και φερσίματα, όλη τη «μυστική ζωή [της πλατείας], με την οποία […] διαγκωνίζονται και εφάπτονται [οι περαστικοί]»,ή τρυπώνει στη στοά του Πιγκουΐνου και κατηφορίζει με τις κυλιόμενες σκάλες στο υπόγειο, όπου, εκτός από τις αποβάθρες και τους συρμούς του ηλεκτρικού, υπάρχουν «τράπεζες, πρακτορεία, καταστήματα σαχλών αναμνηστικών» και τα «διάσημα ουρητήρια της Ομόνοιας».

Εάν, λοιπόν, στο κείμενο του Μ. Μητσάκη, πρωταγωνιστές είναι ο άνεμος, η σκόνη και η «απέραντο[ς] κυανή οθόνη»,στα πεζογραφήματα των Γ. Ιωάννου και Μ. Κουμανταρέα η ζωή στην πλατεία προχωρά στα σκοτεινά, προεκτείνοντας το σώμα της πόλης με στεγασμένες και υπόγειες διακλαδώσεις. Κι αν οι στοές στην αρχαία Αγορά και στο ρωμαϊκό forum ή τα περιστύλια στις μεσαιωνικές πλατείες– στο μεταίχμιο ανάμεσα στον έσω και τον έξω κόσμο, στο ημίφως και το φως – υποβάλλουν ένα αίσθημα προστασίας, η στοά στην πλατεία Ομονοίας μόνο αίσθημα φόβου μπορεί να υποβάλει, καθώς «στεγάζει χαρτοκλέφτες, πρεζάκηδες [κι] ένα ξέθωρο μαγαζί χαμένο στους καπνούς […] που σπάνια πλησιάζουν οι ευυπόληπτοι πολίτες».Το ίδιο αίσθημα φόβου υπαγορεύει, άλλωστε, και η «ιδεολογία του υπόγειου χώρου», αφού «μια κατάρα μοιάζει να ξεχύνεται από τις σκάλες του Ηλεκτρικού, που με αιώνια χαλασμένο το μηχανισμό χαίνουν σαν Άδης», γράφει ο Μ. Κουμανταρέας και υπερθεματίζει: «Κι αν η είσοδος στον παλιό Άδη ήταν μία, τούτες εδώ είναι οχτώ, διευκολύνοντας την κάθοδο και παρασύροντας στο βυθό κάθε λογής φυράματα της κοινωνίαςΑλλά ο Γ. Ιωάννου του αντιτείνει: «Όταν βρέχει όμως είναι πολύ ωραία στο υπόγειο. Ακουμπάς σε μια κολόνα και περιμένεις. Εδώ κι εκεί πολλοί και διάφοροι εγκλωβισμένοι νεαροί σε κοιτάζουν με κάποιο δέος στα μάτια. Βρέχει πολύ και […] σου μιλάνε με τα μάτια για το σπίτι τους, που είναι σε λαϊκή συνοικία και πώς θα πάνε

Εάν η νύχτα και η βροχή εκπροσωπούν δύο βασικές εκδοχές μεταμόρφωσης της πόλης, τα μάτια των «εγκλωβισμένων νεαρών» που ρωτούν παραπέμπουν ευθέως στα μέσα μαζικής μετακίνησης και σε ’κείνα τα άλλα μάτια των αυτοκινήτων, που «κοιτάζονται μεταξύ τους, [αφού] τα φανάρια τους από τώρα κιόλας είναι μάτια»,κατά τον Γ. Ιωάννου. Ας τα εξετάσουμε ένα ένα με τη σειρά, με βάση τα κείμενα των τριών εν λόγω συγγραφέων.


Μεταμορφώσεις της πόλης – της πλατείας

«Μεταμόρφωση ιδού η αγαπημένη ενασχόληση του Μπωντλαίρ: μεταμόρφωνε το σώμα του, τα συναισθήματα και τη ζωή του, κυνηγώντας το άπιαστο ιδανικό της αφ’ εαυτού δημιουργίας, στην προσπάθειά του να καταστήσει εαυτόν ποίημα»,δηλώνει ο Σαρτρ. Παραφράζοντας τα λόγια του, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η πόλη μεταμορφώνεται στην προσπάθειά της να επανασυνθέσει την τοπογραφία της, να τη διορθώσει στις ατέλειές της, να καταστήσει, εν τέλει, εαυτήν ποίημα. Πολλώ μάλλον που μια πόλη δεν υφίσταται παρά μόνο ως πραγματικότητα εμπειριών, δηλαδή, ως σύνολο αναπαραστάσεων και βιωμάτων. Συνεπώς, οι μεταμορφώσεις μιας πόλης αφορούν σ’ ένα σύνολο διαφορετικών όψεών της που ποικίλλουν από ώρα σε ώρα, μεταβάλλοντας κάθε φορά την οργάνωση του χώρου και του χρόνου. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι συγγραφείς υπήρξαν ανέκαθεν ευαίσθητοι δέκτες των μεταμορφώσεων μιας πόλης.

Αν η Ομόνοια της Κυριακής, της γιορτής και της σχόλης μοιάζει «ήρεμη και φτωχική, ακόμα και πληκτική»για αρκετές ώρες, η Ομόνοια της νύχτας έλκει σαν μαγνήτης τον συγγραφέα–περιπατητή, καθώς διαφοροποιεί τις διαστάσεις του χώρου, του χρόνου και των μετακινήσεων μέσα σ’ αυτήν, θέτοντας καινούργια αινίγματα και καθιστώντας περισσότερο υποκειμενική την ανάγνωση και την ακρόασή της. Με άλλα λόγια, αν τη μέρα η Ομόνοια μιλάει όπως οι περισσότερες πλατείες των μεγαλουπόλεων, τη νύχτα μονολογεί το σκοτεινό λόγο μιας «μυστικής ζωής», που «ελάχιστοι […] μπορούν να διακρίνουν»και ν’ αφουγκραστούν, κατά τον Γ. Ιωάννου, κι ας ξέρει καλά ότι «τη νύχτα, τις άγριες εκείνες ώρες μετά τις δύο, […] ορισμένοι στέκονται στην Ομόνοια μόνο και μόνο για την ατμόσφαιρα που δημιουργείται και που δεν θέλουν να την ανταλλάξουν με την πνιγηρή μοναξιά του σπιτιού τους».

Η νυχτερινή περιπλάνηση στην Ομόνοια περικλείει, όμως, και κινδύνους, καθώς, «μόλις η νύχτα πέσει, στις παρόδους της Ομόνοιας, η ζωή γλιστρά τοίχο τοίχο. […] Γκαρσόνια που σχολνούν, κοπέλες από φροντιστήρια, πολίτες που το φάσμα της νυχτωμένης πολιτείας τρομοκρατεί. Όλοι τρέχουν ν’ απομακρυνθούν, θαρρείς σε τούτο το μέρος της Αθήνας να επικρέμεται κάποια απειλή. Αντίθετα, όταν οι άλλοι φεύγουν, μαζί με άλλους μνηστήρες της νύχτας, παίρνω τον υπόγειο που σε λίγα λεπτά με βγάζει εκεί»,ομολογεί ο Μ. Κουμανταρέας, συντάσσοντας εαυτόν με τους κατά Ηράκλειτο άγρυπνους φύλακες ζώντων και τεθνεώτων: «Φύλακες γίγνεσθαι εγερτί ζώντων και νεκρών, ένθα δ’ εόντε επανίστασθαι.» Υπάρχει, άρα, μια επαναστατική διάθεση εναντίωσης και τόλμης που συνδέει μυστικά όσους έρχονται εδώ την ώρα που «το παράταιρο πλήθος σχολάει» και ξαγρυπνούν πεισματικά απέναντι στα «σβηστά φώτα στα παράθυρα», που μαρτυρούν «σβηστές κ[αι] [τις] συνειδήσεις των ανθρώπων σ’ αυτά», όταν ακόμα «κι οι νεαροί γενειοφόροι, […] που με φωνές μονότονες πουλούν τον “Οδηγητή” και τον “Θούριο”, [έχουν] λακίσ[ει]. Θαρρείς κι οι παρατάξεις που εκπροσωπούν να μην αντέχουν στην προχωρημένη ώρα, στη σηψαιμία που έχει ήδη αρχίσει ν’ αναδίνει η πλατεία, βέβαιοι πως αύριο πάλι με την ανατολή “θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, σίγουρα ναι”».Υπάρχει, όμως, και μια αίσθηση ελευθερίας, ή μάλλον απελευθέρωσης, καθώς «η επιτήρηση […] χαλαρώ[ν]ει [και] οι συνειδήσεις ελευθερώνονται».

Μαζί τους απελευθερώνεται κι ο άνεμος, «διελαύνων την πλατείαν μετ’ οργής», «συρίζ[ων]», «αναστατώνων» και «απειλών»,μόνο που στην Ομόνοια του Μητσάκη δεν υπάρχουν άνθρωποι για να τους στροβιλίσει στο πέρασμά του, αφού «ένα προς ένα, βαθμηδόν, τα μαγαζειά, τα καφφενεία που την περιβάλλουν, άδειασαν από τους θαμώνας των, είδαν να λιγοστεύ’ η θορυβώδης κίνησις, η ζωή που τα εγέμιζε, ησύχασαν, εβυθίσθησαν εις την σιγήν και εις το σκότος».Μόνο «τα θρανία όπου χρησιμεύουν προς ανάπαυσιν των εις αυτήν φοιτώντων, γυμνά ανθρώπων, μαστιγόνονται αγρίως από την βιαιότητα της σκόνης» που σηκώνει ο άνεμος, κι ένα παράθυρο, «ανοικτόν λησμονηθέν, […] βροντά λυσσωδώς».Στην αστικοποιούμενη Αθήνα της εποχής του Μ. Μητσάκη, η νύχτα στην πλατεία Ομονοίας μοιάζει, λοιπόν, με διπλό σκοτάδι˙ παντού ερημιά και σιγή: «Τα πέριξ οικήματα, βωβά, – παράθυρα κλειστά, πόρτες σφαλισμένες – εγείρουν αμαυράς τας όψεις των. [….] Ψυχή άλλη επ’ αυτής, ψυχή εις τους πέριξ δρόμουςΑντιθέτως, στην εποχή του Μ. Κουμανταρέα, έναν αιώνα σχεδόν μετά, η νύχτα στην ίδια πλατεία θυμίζει μέρα, καθώς «η ζωή τις νύχτες σφύζει στην Ομόνοια».

Και οι δύο ξεκινούν τη νυχτερινή τους περιδιάβαση στην πλατεία πολύ αργά – «μία το πρωί»ο Μ. Κουμανταρέας, «τρεις μετά τα μεσάνυκτα»ο Μ. Μητσάκης –, καταγράφοντας με την ακρίβεια χρονογράφου όλα τα στιγμιότυπα που, εν είδει άψυχων ή έμψυχων ψηφίδων, συνθέτουν το παζλ της νυχτερινής ζωής εκεί. Και οι δύο περιφέρουν παντού ένα αδηφάγο βλέμμα, με τη διαφορά ότι το βλέμμα του Μητσάκη εφορμά από ψηλά, εντάσσοντας κάθε λεπτομέρεια που σταχυολογεί από χαμηλά σε μια σφαιρική σύλληψη της πλατείας, ενώ η αντίστοιχη ματιά του Κουμανταρέα θεάται την πλατεία από χαμηλά και αποσπασματικά, λες και το κατακερματισμένο σώμα της σύγχρονης πλατείας δεν επιδέχεται μια σύνολη επόπτευση του χώρου. Πλην όμως, ο αποσπασματικός χαρακτήρας της οπτικής του Κουμανταρέα διευκολύνει την είσοδό του σε στέκια καφενείων που διανυκτερεύουν ή στον υπόγειο χώρο της πλατείας, ενώ η σφαιρική επισκόπησή της από τον Μητσάκη περιορίζεται αποκλειστικά στο υπαίθριο χώρο της Ομόνοιας. Έτσι, ακόμα κι όταν το βλέμμα του δεύτερου συλλαμβάνει κάποιες ανθρώπινες σκιές να περιφέρονται ξάγρυπνες στην πλατεία (τέσσερις αμαξάδες, ένας κουλουράς, ένας «διαβάτης ανεβαίνων εκ της λεωφόρου Πειραιώς», ένας άλλος «εκ της οδού Σταδίου, […], κρατών και προφυλάττων μεταξύ των παλαμών του αναμμένον σπερματσέτο, και […] ρίπτων χάμω εταστικά βλέμματα, παρατηρών το έδαφος οξέως»), τις αφήνει άστεγες να περιπλανηθούν στο χώρο ή να «δι[αβούν] προ αυτής χωρίς να σταματήσ[ουν]», ενώ ο Κουμανταρέας εφευρίσκει «στέκια ανοιχτά» και «έσχατ[α] καταφύγι[α]» για να τρυπώσει και να «κουρνιά[σ]ει η νύχτα [που ξαγρυπνά] με τη μορφή του άστεγου αλήτη»: «Η καφετέρια του ξενοδοχείου “Ομόνοια” σκεπαστή γυάλινη τους χειμώνες, ξέσκεπη τα καλοκαίρια [….], ο στενόμακρος, ανώνυμος καφενές δίπλα στη στοά του Πιγκουΐνου, [….] το καφενείο του “Μεγαλέξανδρου”, γωνία Πειραιώς», ή ο υπόγειος χώρος της Ομόνοιας, για «όσ[ους] δεν μπόρεσαν να ’βρουν θέση στην κιβωτό του “Μεγαλέξανδρου”Τέλος, και οι δύο συγγραφείς προβαίνουν σε μια νατουραλιστική αποτύπωση των ανθρώπινων σκιών, προσδίδοντάς τους θηριώδεις προεκτάσεις, καθώς «η νύχτα προχωρεί και το πλήρωμα αραιώνει [....], τότε πια που έχει χαλαρώσει και η τελευταία συνείδηση […] έχει γίνει άγρια η ανάγκη για επιβίωση [και] οι ώρες στενεύουν επικίνδυνα».Με τη διαφορά ότι, ενώ στον Μητσάκη η εν λόγω θηριωδία περιορίζεται μόνο στην εντύπωση που προξενεί μια σκιά και συνιστά οφθαλμαπάτη («η σκιά [του κουλουρά] διευθύνθη, τρέχουσα, αήθης διαγραφομένη επί του εδάφους, ως εκτρόπου φανταστικού όντος αλλομένου, με τον μέγαν πίνακά της στο κεφάλι»), στον Κουμανταρέα εντοπίζεται στα πρόσωπα των άστεγων νέων, που, «χλωμοί και ξέπνοοι» κατά τις τρεις το πρωί, από «άκακοι σαν αρνιά» γίνονται «δειλοί σαν λαγοί [ή] επίμονοι σαν αρουραίοι, με μάτια ζηλόφθονα για όποιον έχει στον ήλιο μοίρα». Τότε είναι που «οι φύλακες βγάζουν τις μάνικες κι αρχίζουν να σκορπάνε ένα καθαριστικό υγρό. […]. Ο τόπος γεμίζει αφρούς και σαπουνάδες, και μόνο οι αρουραίοι, σκαρφαλωμένοι στα γκισέ, με μάτια άφατης θλίψης, μισόκλειστα από τη νύστα, παρακολουθούν τη διαδικασία καθαρμού».

Η νυχτερινή μυθολογία της Ομόνοιας, με όλες τις φαντασιώσεις, τις ψευδαισθήσεις, τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις που περικλείει, κάνει τη νυχτερινή περιδιάβαση εκεί να τρεκλίζει και να ταλαντεύεται από τον σφοδρό άνεμο ή το ξενύχτι, κόβοντας με μια φαλτσέτα εικονική την πλατεία στα δύο σαν μήλο: μισή ανήκει στην πόλη κι άλλη μισή στη νύχτα. Κι όταν «αι πρώται λάμψεις της αυγής αρχ[ίζουν] […] να φωτίζουν το στερέωμα»κάπου «μακριά στην Πανεπιστημίου, από τον Υμηττό» και «σιγά σιγά το φως γλιστρά και στην υπόλοιπη πλατεία», μαζί με τους «ατμο[ύς] της νύχτας [που]διαλύονται […] [και τις] χίμαιρες [που] καταποντίζονται»,τρέπονται σε φυγή και «αι απολλειφθείσαι άμαξαι» ή τα ταξί, που έρχονται «σαν σκουπιδιάρικα […] να περιμαζέψουν τα ράκη»της νύχτας. Μόνο «ο γενειοφόρος και ο λούστρος κάθονται ακόμ’ εις το θρανίον, πραγματευόμενοι παζάρια ειδεχθή…»,σχολιάζει υπαινικτικά ο Μ. Μητσάκης, συμπυκνώνοντας στην κατακλείδα της αφήγησής του την ύποπτη πλευρά που ακόμα εμμένει κι επιμένει στη νυχτερινή πλατεία, ενώ γύρω αρχίζει να «σαλπίζει μια μέρα εργατική».

Ξημερώνει και τα ξαγρυπνισμένα πρόσωπα προσπαθούν να κρυφτούν ανάμεσα «στα πρόσωπα των αγουροξυπνημένων, [....] θολά ακόμα από τον ύπνο»και τα όνειρα, που ταΐζουν με τα ξέφτια τους τα πρώτα βήματά τους στην πόλη. Η νύχτα, η πλήξη και η αγωνία της, καταλάγιασαν στην άκρη του δρόμου, μαζί με τα άδεια μπουκάλια από τα ξενυχτάδικα, ενώ τα περίπτερα με τα πορνοπεριοδικά «δείχνουν τώρα τις σάρκες χάρτινες».Οι πρώτοι θόρυβοι της μέρας αντηχούν «βαρ[είς] [ως] κραδασμο[ί]»,ταράζοντας τον ύπνο όσων επιμένουν να κοιμούνται. «Βαρείς αγροικούνται [και οι] βηματισμοί [διαβάτη] επάνω εις τις πλάκες»της πλατείας. Δειλά τα βήματα των πρώτων περαστικών που πάνε να ενωθούν στη μεγάλη πλατεία θα πάρει ώρα για να «ξεδιπλώ[σ]ει το αθρώπινο φίδι το μήκος του [και να] δοκιμά[σ]ει το ανάστημά του».

Η πόλη της μέρας είναι μια πόλη εργατική, όπου η ζωή κινείται βιαστική και πολυάσχολη, με μεγάλους διασκελισμούς στους δρόμους και στα πεζοδρόμια: «Καθαρίστριες, εισπράχτορες, οδηγοί λεωφορείων, γκαρσόνια, βάρδιες εργοστασίων ξεμπουκάρουν από κάθε μεριά. Τους βλέπω που τρέχουν να ενωθούν σε τούτη τη μεγάλη πλατεία»,λέει ο Μ. Κουμανταρέας. Ό,τι η νύχτα ματαιώνει ή εξαντλεί, η μέρα το ανοικοδομεί, αλλά, συγχρόνως, το διυλίζει μέσα από το φίλτρο της ομοιομορφίας και το κωδικοποιεί. Έτσι, κάθε ιδιαιτερότητα διαχέεται στα αναρίθμητα μόρια ενός ανώνυμου πλήθους που κατακλύζει την πλατεία από νωρίς το πρωί, ζώντας στον πληθυντικό αριθμό ό,τι βιώνεται τη νύχτα στον ενικό, ενώ ο συγγραφέας–περιπατητής, ως οξυδερκής παρατηρητής και καταγραφέας της κίνησης και της κυκλοφορίας στην Ομόνοια και στους γύρω δρόμους, καταρτίζει λίστες και ταξινομεί τις μάζες των ανθρώπων που συρρέουν κατά κύματα στην πλατεία, στην προσπάθειά του να αποκωδικοποιήσει και να ερμηνεύσει την προέλευση, τις προθέσεις και τον προορισμό τους:

«Πρωί-πρωί, λοιπόν, κατά τις πέντε περπατούν, τρέχουν μάλλον, οι νεαροί στρατιωτικοί που κοιμήθηκαν στα σπίτια τους ή ξενοκοιμήθηκαν. […] Και όποιος ξενοκοιμάται, συγκοιμάται. Περπατούν, ακόμα, σωφεραίοι, εισπράκτορες, κουλουρτζήδες, σερβιτόροι καφενείων και γαλακτοπωλείων, οδοκαθαριστές.

Κατά τις έξι τρέχουν οι καθαρίστριες των γραφείων, των κλιμακοστασίων, των υπουργείων. Γυναίκες εξαθλιωμένες και ξέθωρες. Τρέχουν ακόμα οι περιπτεράδες, οι εφημεριδοπώλες, οι γαλακτοπώλες, οι ιχθυοπώλες, φουρνάρηδες, μανάβηδες – όσοι, βέβαια, δεν έχουν αποχτήσει ακόμη αυτοκίνητο. Κανένας τους δεν έχει μάτια για τον άλλον, το πολύ πολύ καμιά ρέχα.

Από τις εφτά ώς τις εφτάμισι το χειμώνα κι από τις εφτάμισι ώς τις οχτώ το καλοκαίρι, τρέχουνε οι δημόσιοι υπάλληλοι και είναι πάρα πολλοί να μην αβασκαθούνε. Όσο πιο κοντά προς τις εφτάμισι γέρνει το ρολόι, τόσο πιο απρόσωποι διέρχονται. Ιδίως οι παντρεμένες παρουσιάζουν μια μόνιμη κυάνωση από την αγωνία στο πρόσωπό τους. […] Αυτές είναι που παίρνουν με μεγάλη ευκολία ταξί. Γι αυτό τα ταξί από τις εφτά και τέταρτο είναι εξαφανισμένα από τις πιάτσες. Πρέπει να γείρει προς τις οχτώ παρά τέταρτο το ρολόι για ν’ αρχίσουν να ξαναεμφανίζονται πειθήνια και οι οδηγοί τους με ύφος λιγότερο αλαζονικό.

Καθώς πάνε να σβήσουν των δημοσίων υπαλλήλων τα κύματα, αρχίζουν να έρχονται αυτά των ιδιωτικών. Είναι πιο σερπετοί αυτοί, πιο παρδαλοί, κομψευόμενοι, διαλεγμένοι με κριτήρια εμφάνισης και πονηριάς στο μάτι, αλλά και πολύ πιο ανήσυχοι, ανασφαλέστεροι ολοφάνερα, μια και η δουλειά τους κρέμεται από τις σχέσεις τους με το αφεντικό. […] Εάν αυτός που ξεκλειδώνει το κατάστημα δεν έχει φτάσει ακόμα, τους βλέπεις να περιμένουνε ζαρωμένοι, σαν ξεθωριασμένα βότσαλα έξω από το νερό τους. Πρέπει να βρεθούνε πίσω από τον πάγκο για να λάμψουνε κάπως.

Εργάτες περνούνε πολύ λιγότεροι από τους μεγάλους δρόμους αλλού, πιο κάτω, ξεπεζεύουνε. Αυτοί κινούνται πολύ με τον Ηλεκτρικό στον άξονα Πειραιά – Αθήνας. Πάντως, δεν δίνουνε τον τόνο πρωινιάτικα.

[…]

Οι δρόμοι ξαναϋφίστανται το μεσημέρι την αποχώρηση των υπαλλήλων, κι εκεί κατά τις τρεις με τέσσερις αρχίζουν πια να αργοπερπατιούνται από τους ξένους, τους μοναχικούς και τους ερημωμένους. […]. Βέβαια, είναι και πολλοί επαρχιώτες που περπατούν και κοντοστέκονται εκείνες τις ώρες, περιμένοντας ν’ ανοίξει η αγορά ή μη θέλοντας να πάνε στο φρικαλέο ξενοδοχείο τους. Κι αυτοί πια ανήκουν, χωρίς να το ξέρουν, σε ό,τι πιο λαμπερό υπάρχει ανάμεσά μας

Καθώς τα «σαράντα κύματα» των διερχομένων μπρος στα μάτια του Γ. Ιωάννου ξετυλίγουν σταδιακά – ανηφορίζοντας από την Πειραιώς και την Αγίου Κωνσταντίνου, κατηφορίζοντας από τη διασταύρωση της Σταδίου με την Πανεπιστημίου ή εκβάλλοντας από τα ορμητικά ποτάμια της Γ΄ Σεπτεμβρίου και της Αθηνάς στην πλατεία Ομονοίας –, «σαν κιλίμι πλυμένο σε νεροτριβή», την καθημερινή προσδοκία τους για τον επιούσιο, το μεθοδικό βλέμμα του συγγραφέα–περιπατητή – έκθαμβο και συμπονετικό ή δύσπιστο και ειρωνικό – μετατοπίζεται από πρόσωπα και χαρακτηριστικά σε μέλη και περπατησιές, κατονομάζοντας κι απαριθμώντας τα, σε μια ποιητική προσπάθεια οικειοποίησης και αποδοχής του αστικού κόσμου όπου ζει. Έτσι, άλλοτε εφευρίσκει «μια καινούργια οικειότητα», καθώς απαριθμεί γνώριμες φυσιογνωμίες και τις ταξινομεί («Να περπατάς μες στην πολυκοσμία της πλατείας, τις εξατμίσεις και τα μαρσαρίσματα και […] ν’ αντικρίζεις πρόσωπα που υποψιάζεσαι πως [έχεις ξαναδεί]. [….]Κανένας δεν γυρνάει να σε δει, […] γιατί βέβαια αυτοί δεν σε ξαναείδανε, ενώ εσένα σου φαίνονται γνωστοί και πάντως, αν όχι τα ίδια αυτά τα άτομα, το σόι τους γνωστό, η ράτσα, η κατηγορία τους, καθώς με τον καιρό και με τον κόπο μέσα σου κατατάσσονται σε μερικές ομάδες, όχι και πολλές. Το χάος ήταν στην αρχή, τώρα δεν υπάρχει […]), και άλλοτε εκτρέπεται σε εικασίες και μονολογεί: «Ποιος να ’ναι, Θεέ μου, ο καλός, ποιος ο κακός, ποιος ο τίμιος, ποιος ο απατεώνας, ποιος ο εκβιαστής, ποιος ο ακέραιος, ποιος ο φονιάς […] και ποιος ο άγιος; Ή μήπως όλοι τους είναι από όλα αυτά και τίποτε;»

Μπρος στην εν λόγω αδυναμία του βλέμματος να διαβλέψει πίσω από το ορατό το αόρατο, ο διάλογος με τη συλλογική συνείδηση της κοινωνικής ομάδας μετατρέπεται, λοιπόν, σε μονόλογο αναζήτησης μιας αλήθειας μυστικής, αφού, όπως επισημαίνει και ο γάλλος κοινωνιολόγος Πιερ Σανσώ, «υπάρχει μια μυστική αναλογία ανάμεσα στους δρόμους της συνείδησης και στους δρόμους μιας πόλης». Συνεπώς, η περιδιάβαση του συγγραφέα στην πλατεία και στις παρόδους της Ομόνοιας μετατρέπεται σε διαδικασία μύησής του σε μια συνείδηση συλλογική, μέσα από τα ίχνη που αφήνουν τα βήματα των περαστικών που διασταυρώνονται μαζί του, τον ακολουθούν ή τον προσπερνούν.


Εκδοχές βάδισης – μετακίνησης στην πλατεία

Εάν η ζωή στην Ομόνοια «θρασομανάει κατέναντι του πλήθους»,το νόημα αυτής της ζωής διασκορπίζεται στα αναρίθμητα μόρια των ανθρώπων που τη διασχίζουν βιαστικά ή τη διατρέχουν νωχελικά κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας. Συνεπώς, από το «συμμαζεμένο» περπάτημα του «ταχτικ[ού] δημόσιου υπαλλήλ[ου]» ώς το «σερπετ[ό]» βάδισμα του «κομψευόμεν[ου] ιδιωτικ[ού]»κι από το σκυφτό βήμα του «νυκτόβιο[υ] τσαγκάρ[η], [που] εξυπνών στις δύο μετά τα μεσάνυχτα […] αρχίζ[ει] να γυρνά απέξ’ από τα ερημούμενα υπαίθρια καφφενεία […] με την ελπίδα πως μπορεί να βρη παράδες πέφτοντας απ’ τους θαμώνας κατά λάθος εις την γην»ώς τον λικνιστικό βηματισμό των «μεταμφιεσμέν[ων] σειρήν[ων]», που διασχίζουν «απτόητοι» τον υπόγειο χώρο με «κουνήματα [και] ρούχα παράταιρα»,εκείνο που προσδίδει στην Ομόνοια τον χαρακτήρα μιας πλατείας κεντρικής όπου «η ζωή μεγαλύνεται και λαμπρύνεται» είναι οι ποικίλες εκδοχές βάδισης των περαστικών που την περιτρέχουν, αφήνοντας τα φευγαλέα ίχνη τους στις πλάκες και στην άσφαλτο των δρόμων που την περιβρέχουν.

Η εν λόγω ποικιλία βημάτων και βηματισμών συναρμολογείται από τις συνηθισμένες, τετριμμένες και καθημερινές διαδρομές των πολλών ανθρώπων, ή από τις ιδιαίτερες και εξαιρετικές περιπλανήσεις του συγγραφέα–περιπατητή, που επιλέγει να χαθεί μέσα στο ανώνυμο πολύβουο πλήθος για να βρει τον εαυτό του, άλλοτε συντονίζοντας το βήμα του με το βηματισμό των άλλων («μαζί τους κι εγώ»,δηλώνει απερίφραστα ο Μ. Κουμανταρέας, ακολουθώντας τους νεαρούς θαμώνες της πλατείας στις νυχτερινές υπόγειες διαδρομές τους), άλλοτε ισορροπώντας το με το ρυθμό που ξεκκουκίζεται ένα κομπολόι («για να ’χεις κάποια ισορροπία στο περπάτημα, έναν μικρό αέρα, κάποιο τσάκισμα, κρατάς σφιχτά στη χούφτα σου ένα κομπολογάκι κι έτσι όπως διέρχεσαι ανάμεσα [στους περαστικούς], το ψαύεις, το μοιράζεις, το μετράς»,ομολογεί εις εαυτόν ο Γ. Ιωάννου) κι άλλοτε επιβραδύνοντάς το ώς την απόλυτη ακινησία, για να διαβεί από πάνω του το ανθρώπινο ποτάμι: «Σταματώ πολλές φορές στη μέση του πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο που κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες. […] Ακούω χιλιάδες βήματα στο πλακόστρωτο. Μου ’ρχεται να καμπυλώσω τη ράχη μου για να περάσει χωρίς εμπόδια αυτό το ποτάμι»,μονολογεί ο Γ. Ιωάννου.

Κάθε εξαιρετική και εκτός προγράμματος διαδρομή του συγγραφέα–περιπατητή στο κέντρο της πόλης – ανάμεσα σ’ ένα δάσος από πόδια που το περπατούν, το δρασκελούν ή το λακτίζουν –, δεν συνιστά μόνο μια διαδικασία μύησής του στο ρυθμό που χτυπά η καρδιά της πόλης, αλλά, επιπλέον, του παρέχει τη δυνατότητα μιας αποκάλυψης ικανής να φανερώσει στα μάτια του τη μυστική αντιστοιχία βάδισης και ψυχής: «Έτσι που βλέπω τους διαβάτες να έρχονται από μακριά, δε διακρίνω βέβαια φυσιογνωμίες. Ξεχωρίζω [τους εργάτες] μονάχα απ’ το άφοβο βάδισμα και ποτέ δεν πέφτω έξω», δηλώνει ο Γ. Ιωάννου και διευκρινίζει: «Το βάδισμα είναι σοβαρό τεκμήριο˙ δείχνει αμέσως τον άνθρωπο, όπως το βλέμμα και ο τόνος της φωνήςΈτσι, – ως άλλος Μπαλζάκ, που επιχείρησε να αποκωδικοποιήσει την «ιερογλυφική της ανθρώπινης βάδισης» συντάσσοντας ένα σχετικό εγχειρίδιοκαι ταξινομώντας τις ποικίλες εκδοχές της με αντίστοιχα αξιώματα – ο Γ. Ιωάννου εστιάζει το βλέμμα του χαμηλά, στο ύψος των ποδιών, στη σπουδή του λίγου, του στιγμιαίου, βέβαιος ότι πίσω από κάθε τροχιά βηματισμού διαγράφονται τα χαρακτηριστικά μιας – ενδιαφέρουσας ή μη – ανθρώπινης φυσιογνωμίας: «Ένας ωραίος τρόπος αυτοσυγκεντρώσεως είναι να περπατάς κοιτάζοντας μόνο τα πόδια τους, να βλέπεις τα παπούτσια και τις φόρμες των, τα κεντημένα δήθεν με πολλά γαζιά, τα ψηλοτάκουνα με το άγαρμπο το βάδισμα, τα ξεβαμμένα, σκονισμένα απ’ το πολύ περπάτημα. Και μόνο όταν δεις αυτά να υψώνεις περισσότερο το βλέμμα σου, μάλλον κάτι καλύτερο βαστάζουνε αυτά τα πόδια

Η ρητορική ευγλωττία των ποικίλων βηματισμών στην πλατεία δυσχεραίνεται, όμως, από την παράλληλη πορεία των τροχοφόρων, που, ακολουθώντας δικά τους δρομολόγια και διαγράφοντας παράλληλες τροχιές σε πολυσύχναστα σημεία, δεν έγιναν μόνο αιτία να μειωθεί ο κόσμος που πεζοπορεί, αλλά απειλούν να «καταφάγ[ουν] τελικά κι αυτές τις διασταυρώσεις».«Περιττό να πούμε ότι την κατάσταση την έχει αλλάξει η μεγάλη διάδοση του ιδιωτικού αυτοκινήτου […].Αυτά όλα τα αυτοκίνητα θα ήταν άνθρωποι, αν δεν υπήρχαν»,αποφαίνεται ο Γ. Ιωάννου και εκτρέπεται σε κατάρες: «Θεέ μου – στείλε μια βαριά αρρώστια για τ’ αυτοκίνητα [….] στείλε μια ακατάσχετη σκωρίαση, μια ανεξήγητη ανάφλεξη, μια ασυγκράτητη λοξοδρόμηση, έναν φρικαλέο πονόματο, […], να την παθαίνουν ξαφνικά μέσα στο δρόμο […]Καθώς τα τροχοφόρα συρρέουν στην καρδιά της πόλης από τις μεγάλες οδικές αρτηρίες και διαγράφουν μια πορεία κυκλική – από τον δεξιό κόλπο, τη δεξιά κοιλία και τους πνεύμονες, στον αριστερό κόλπο, την αριστερή κοιλία και την αορτή – προτού διοχετευτούν εκ νέου σε όλο το σώμα της πόλης, τα φανάρια της πλατείας μοιάζουν με βαλβίδες της πλατείας/καρδιάς, όπου, «όταν ανάβει το κόκκινο και σταματούν τ’ αυτοκίνητα, μου φαίνεται για μια στιγμή πως παύει εντελώς κάθε θόρυβος […] σα να κυκλοφορούν ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια»,μονολογεί ο Γ. Ιωάννου.

Από τα «τρία-τέσσερ’ αμάξια [που] στέκονται προ [της πλατείας Ομονοίας], βραδύναντα, περιμένοντα κανέναν πάρωρον διαβάτην, με τ’ άλογά των κουρασμένα, μισοκοιμώμενα ορθά, θαμπά, [και με] μισοσβυσμένα τα φανάρια των»του Μ. Μητσάκη ώς τα αυτοκίνητα–«απαίσια εφευρήματα», που «μυρίζ[ουν] τα πισινά το ένα του άλλου σαν τα σκυλιά και […] πηγαίνουν αλυσίδα βρωμερή και ατέλειωτη»του Γ. Ιωάννου, δεν κύλησε μόνο ένας αιώνας πολιτισμού με κτηνώδεις επιπτώσεις, αλλά σύρθηκε άλλη μια «ύαλος» αποστασιοποίησης του συγγραφέα–περιπατητή από τους ανθρώπους και τους δρόμους της πόλης, αφού «μέσα απ’ το τζάμι του ταξί, βλέπ[ει] [πια συχνά] τις πλατείες και τους δρόμους»της Αθήνας, χάνοντας έτσι την ιδιαίτερη αίσθηση επαφής και πρόσμειξης με τον αστικό κόσμο.

Πίσω από το τζάμι παρατηρούν, όμως, την κίνηση της πλατείας και οι θαμώνες των καφενείων ή των ζαχαροπλαστείων, που την κοσμούν και συνιστούν τα καθημερινά στέκια πολλών ανθρώπων. Με τη διαφορά ότι τα καφενεία και τα άλλα στέκια, ως κατεξοχήν χώροι συνάθροισης και συνάντησης των ανθρώπων, όχι μόνο δεν εμποδίζουν την επικοινωνία μεταξύ τους, αλλά, αντιθέτως, την ενθαρρύνουν και την ενδυναμώνουν. Ας μελετήσουμε από κοντά τους εν λόγω χώρους.


Χώροι συνάντησης / συνάθροισης των ανθρώπων
(Καφενεία – ζαχαροπλαστεία – κινηματογράφοι – μαγαζιά – αγορά.)

Εάν αληθεύει, σύμφωνα με τον γάλλο συγγραφέα Λε Κλεζιό, ότι η έννοια της πλατείας παραπέμπει κατ’ αρχήν «σ’ ένα ορισμένο τρόπο συνύπαρξης των ανθρώπων και διαρκούς όσμωσης μεταξύ τους», είναι εξίσου αληθές, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Μαρκ Ωζέ, ότι η συνύπαρξη των ανθρώπων συνεπάγεται τη συνείδηση ότι «η ύπαρξη του άλλου αρχίζει δίπλα μου, κοντά μου»,σε μια «εγγύτητα λέξεων και στοχασμών ή, απλώς, σε μια εγγύτητα σωμάτων, που αναζητούμε διαρκώς λες κι επικρέμαται κάποιος κίνδυνος»,σχολιάζει ο Λε Κλεζιό εκ νέου.

Εύλογα συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα καφενεία και τα άλλα στέκια της πλατείας, ως κατεξοχήν χώροι «άμεσης» συνείδησης και βίωσης της διαφορετικότητας του άλλου, των πολλών άλλων, επιτείνουν αυτή καθαυτή την αίσθηση της ιδιαιτερότητας του καθενός και, συγχρόνως, τη διευρύνουν, δημιουργώντας στους θαμώνες ένα αίσθημα ομοιογένειας που, με τη σειρά του, τους ομαδοποιεί και τους προστατεύει: Ομαδικά «θρονιάζονται [οι νεαροί επαρχιώτες] κυκλικά μπροστά στους μεγαλόπρεπους καθρέφτες του καφενείου «Μεγαλέξανδρος». «Εδώ τη βγάζουν φθηνά. Ένας καφές, πικρός κι αυτός, φτάνει και περισσεύει [….] [για να] ονειρευ[τούν] ότι ξέφυγαν από τη στενότητα, την πλήξη της επαρχίας», κατά τον Μ. Κουμανταρέα, ενώ έξω ξεροσταλιάζουν «όσοι δεν μπόρεσαν να ’βρουν θέση στην κιβωτό του “Μεγαλέξανδρου”».«Καταφύγια» θεωρεί «τα επί της πλατείας καφενεία» και ο Γ. Ιωάννου, αλλά, ως «βάσεις της μυστικής ζωής» εκεί, τα βρίσκει «ελάχιστα μπροστά στην ανάγκη που υπάρχει».Εξάλλου, καθώς περιγράφει τα βάθη του καφενείου «Νέον», αυτού «του τεράστιου και μάλλον ακαλαίσθητου Λεβιάθαν» όπου συχνάζουν οι μεγαλύτερες ηλικίες, δηλώνει απερίφραστα πως «είναι μια παρηγοριά, μια ασφάλεια, το γεμάτο καφενείο. Σε αναζωογονεί και σε προφυλάσσει, θαρρείς, από κάθε τι το ξαφνικό, που σε περιτριγυρίζει και που στο έρημο σπίτι μπορεί απείρως πιο εύκολα να σε αρπάξει και να σε ξεκάνει».

Περιδιαβάζοντας, λοιπόν, ένα ένα τα καφενεία της Ομόνοιας, ο Γ. Ιωάννου αφήνει την «κοιλία του κήτους» με «[τ]ο[ν] ορυμαγδ[ό] από τα τάβλι, τις συζητήσεις και τις παραγγελίες […] μέσα» και μεταπηδά στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του «Μέγα Αλέξανδρου», που «έχει μια μαύρη λάμψη στα υλικά του […] [και] θυμίζει μεσοπόλεμο», προτού εισχωρήσει στο «καφενείο “Αθήναιον”, το τρίτο και πιο άγνωστο από τα καφενεία της Ομόνοιας […], [όπου] συχνάζουν άντρες της σκληρής δουλειάς και της σκληρής ζωής, από τα ξημερώματα ώς τη βαθιά νύχτα».Μια αίσθηση ομοιογένειας αποπνέει κι αυτό το καφενείο, καθώς «είναι το πιο κλειστό, το πιο εξειδικευμένο και απρόσιτο από τα τρία […], [γιατί] σε αποτρέπει η στενότητά του και η έλλειψη θέας προς την πλατεία».Πάντως, κατά τον Γ. Ιωάννου, τα καφενεία «Αθήναιον» και «Μεγαλέξανδρος» «είναι βαριά καφενεία, “βαριά”, με την έννοια ότι δεν μπορείς να χαχανίζεις ή να κάνεις τον έξυπνο εκεί μέσα, ενώ το «Νέον» σηκώνει καταστάσεις διάφορες». Πιο συγκεκριμένα, στο καφενείο του «Μεγαλέξανδρου», οι θαμώνες δεν «παίζουν τάβλι και χαρτιά, […] όπως στο “Νέον”, […] [αλλά] παρατηρούν μόνο την κίνηση ή σιγοκουβεντιάζουν».Κατά τον ίδιο συγγραφέα, όμως, καλύτερη θέα επί της πλατείας έχει κανείς από την καφετέρια του ξενοδοχείου «Ομόνοια», καθώς «έρχονται στιγμές που μπορεί να ιδεί ό,τι ομορφότερο στη θωριά […] διαθέτει ο τόπος».

Ο νους πηγαίνει αβίαστα στον Άνθρωπο του πλήθους του Πόου, που ενθουσίασε τον Μπωντλαίρ: «Πίσω από το τζάμι ενός λονδρέζικου καφενείου, ένας άρρωστος σε στάδιο ανάρρωσης παρατηρεί με αγαλλίαση το πλήθος που κυκλοφορεί στο δρόμο και συμφύρει τις σκέψεις του με τις σκέψεις των περαστικών, που κινούνται γύρω τουΕξάλλου, ο ίδιος ο Μπωντλαίρ, ως γνήσιος «άνθρωπος του πλήθους», δεν αρκείται να παρατηρεί το πήγαιν’ έλα των περαστικών της παρισινής μεγαλούπολης, προφυλαγμένος πίσω από το κρύσταλλο ενός καφενείου, αλλά, υπνωτισμένος από την ανθρώπινη οθόνη που ξετυλίγεται μπροστά του, βυθίζεται σ’ αυτή και απορροφάται αναζητώντας καταφύγιο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Το καφενείο, από ναός της κουβέντας και του καπνού των τσιγάρων μεταμορφώνεται, λοιπόν, σε ιδανικό θεωρείο για τη θέαση του κόσμου που μετακινείται στην πλατεία-σκηνή, και ο συγγραφέας–περιπατητής – καθώς από «παρατηρητής» γίνεται «παρατηρούμενος», κι ας βαυκαλίζεται προς στιγμήν ότι «περν[ά] απαρατήρητος»– παγιδεύεται από το σκηνικό πλήθος που τον μαγνητίζει, μετατρέποντας τα άγνωστα πρόσωπα των ανθρώπων σε μια μύχια πραγματικότητα με την οποία συγγενεύει: «Νιώθω απέραντη συμπάθεια για όλους αυτούς – για όλους, λέγω, αυτούς – καθώς τους βλέπω σταματημένους παράμερα στο πεζοδρόμιο να κοιτάνε ή ριζωμένους στη μέση στο πεζοδρόμιο να […] συζητάνε ή στα τραπέζια μέσα καμαρωτοί και αγαλμάτινοι να κοιτάνε προς την τσαχπίνα […] [και] σπαρταριστή ομορφιά [της πλατείας]»,ομολογεί ο Γ. Ιωάννου.

Ένα παρόμοιο αίσθημα συνοχής και συνενοχής αναδίδει και το «ζαχαροπλαστείο “Βρετάνια”, γωνία Αθηνάς, […] [όπου] οι πελάτες (αδειούχοι φαντάροι, αργόσχολοι, νεαροί που μόλις σχόλασαν από κάποιο ραντεβού […], Αθηναίοι αθεράπευτα μόνοι [ή] εργένηδες μονομανείς [που] […] περιμένουν ώς τις μικρές ώρες να διαβάσουν την πρωινή εφημερίδα τους φρεσκοτυπωμένη), βρίσκουν μεγάλη ποικιλία από γαλακτερά […] σε τραπέζια που διατηρήθηκαν μαρμάρινα, [όπως] μαρμάρινες γίνονται και οι όψεις των ανθρώπων, όσο η νύχτα προχωρεί».

Το εν λόγω αίσθημα σύμπνοιας, συνενοχής και προστασίας είναι εντονότερο, όμως, στα λαϊκά σινεμά της πλατείας, καθώς αθροίζουν ταξίδια και περιπέτειες στο λευκό πανί της οθόνης και ενεργοποιούν τη συλλογική συμμετοχή των θεατών, φορτίζοντας με μιαν αίσθηση ασφάλειας την καταφυγή εντός τους. Πλην όμως, άλλα απ’ αυτά γκρεμίστηκαν, άλλα έγιναν πορνο-σινεμά κι άλλα κατέληξαν σουπερμάκετ: «Δεν θα βγούμε από την περιοχή μας […], αν αναφέρουμε και το αλησμόνητο εκείνο σινέ “Ελλάς”, που βρισκόταν λίγο παραμέσα [στην οδό Αθηνάς], […], εκεί όπου τώρα βρίσκεται ένα μεγάλο σουπερμάκετ. Ήταν ωραίο σινεμά, αλήτικο, πιο αρρενωπό από το “Ροζικλαίρ”, στην Πατησίων […]. Και, επιτέλους, το “Ροζικλαίρ” και το “Κοτοπούλη” τα γκρεμίσανε, αυτό όμως που μόνο το φτιασιδώσανε, πονάει. Είναι κωμικοτραγικό να ψωνίζεις μέσα σ’ αυτούς τους ίδιους τοίχους του ισογείου, όπου ούρλιαζες και χτυπούσες τα ποδάρια σου στις κρίσιμες στιγμές του έργου, […] τα προϊόντα της καταναλωτικής οικονομίας»,δηλώνει ο Γ. Ιωάννου.

Μένουν, βέβαια, τα μαγαζιά με τα φτηνοπράματα, «όπου πουλιούνται κατά σωρούς δήθεν χρυσά ρολόγια, δήθεν ασημένια μπρασελέ, δήθεν κοραλένια κολιέ, […] όλα τα δήθεν…»και όπου συνωθούνται άνθρωποι κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης για ν’ αγοράσουν ή να ψάξουν μικρές πολυτέλειες σε τιμή ευκαιρίας. Παρόμοια ευκαιρία βρίσκουν και κάποιοι «αυτοσχέδιοι ιεροκήρυκες ανάμεσα στους διαβατικούς […] της Ομόνοιας»για να κάνουν το κήρυγμά τους στο πλάτωμα του πεζοδρομίου, αλλά θα επανέλθουμε σ’ αυτούς όταν θ’ αναφερθούμε στη φωνή της πόλης.

Προς το παρόν, ας μείνουμε λίγο σ’ αυτά τα μαγαζιά που στήνουν παγίδες στους ανυποψίαστους περαστικούς, καθώς τα βλέπουν ως χώρους εξερεύνησης και εντοπισμού σπάνιων ευκαιριών, κι ας πάμε ώς την περιοχή των Χαυτείων, όπου «αρχίζει [νωρίς το πρωί] η καθημερινή τελετουργία της αγοράς».Η κεντρική αγορά – ως τόπος εμπορικών συναλλαγών και ανταγωνισμού, αλλά και συζητήσεων και συνωστισμού των ανθρώπων – προτρέπει κάθε επισκέπτη της να συμμετάσχει ενεργά στο παιχνίδι των τιμών και των καταναλωτικών αγαθών που πωλούνται και, συνεπώς, συσσωρεύει ποικίλες ψυχικές εντάσεις, οι οποίες της προσδίδουν ενίοτε χαρακτήρα πανηγυριού ή, όπως θα έλεγε κι ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, «οργίου»: «Η αγορά συνιστά ένα είδος οργίου των πρωινών ωρών, καθώς η πείνα σημαίνει την έναρξη μιας ημέρας κι ο έρωτας τη λήξη της»,γράφει χαρακτηριστικά σ’ ένα κείμενό του.

Από την άλλη, η έννοια της «τελετουργίας» παραπέμπει ευθέως σ’ ένα είδος «ιεροποίησης» της κεντρικής αγοράς, όπου, κατά τον γάλλο κοινωνιολόγο Μαρκ Ωζέ, «συγκεντρώνονται όλες οι αλληγορικές συντεταγμένες της σύγχρονης κοινωνίας». Κι αναρωτιέται ο ίδιος: «Όλοι οι τόποι αυτού του είδους (πλατείες, μεγάλα σταυροδρόμια, αγορές) δεν ήσαν, μήπως, σε όλους τους πολιτισμούς λατρευτικοί τόποι;»

Εύλογα μπορούμε να επανέλθουμε, λοιπόν, στους ιεροκήρυκες που προαναφέραμε και, εν γένει, σε όλους τους πλανόδιους πωλητές αγαθών ή ιδεών, που, εν είδει ιεροκήρυκα, διαλαλούν την πραμάτεια τους με στεντόρεια φωνή στην πλατεία. Μόνο που οι φωνές αυτές εντάσσονται στο σύνολο των ήχων της πλατείας Ομονοίας και υπάγονται στην αίσθηση της ακοής, δηλαδή, σε μία από τις πέντε αισθήσεις που αφορούν στην πλατεία ως ζωντανό οργανισμό και ομφαλό της πόλης. Ας τις εξετάσουμε διαδοχικά μέσα από μια αισθητική ανά-γνωση της εν λόγω πλατείας.


Η πλατεία και οι πέντε αισθήσεις

«Μόνο ένας λόγος παραγεμισμένος με εκφράσεις μπαρόκ και πληθωρικές, από ποικίλες ιστορικές εποχές, περίτεχνος και υπερβολικός όπως τα λατινικά του Απουλήιου, θα μπορούσε να εξυμνήσει ( και όχι να περιγράψει, μια μάλλον θλιβερή δουλειά) όλα όσα ταΐζουν την όραση, την ακοή, τη γεύση κάποιου μέχρι κορεσμού, διεγείρουν το πνεύμα του και τον τέρπουν στην προκυμαία, στο μόλο, μπρος στο μολυβένιο νερό ενός λιμανιού»,γράφει ο Πωλ Βαρελύ στην εναρκτήρια φράση της «Σύνθεσης ενός λιμανιού», πασίγνωστη για τη συμβολική αναφορά της στο «καρναβάλι» των αισθήσεων. Και ο Γκυ ντε Μωπασσάν, ξεκινώντας μια νυκτερινή περιπλάνηση στο Παρίσι, ομολογεί: «Αγαπώ τη νύχτα […] με όλες μου τις αισθήσεις, με τα μάτια μου που τη βλέπουν, με την όσφρησή μου που την ανασαίνει, με τ’ αφτιά μου που ακούν τη σιωπή της, με όλη μου τη σάρκα που τα σκοτάδια τη χαϊδεύουν.»Είναι γνωστή, επίσης, η έμμονη προσφυγή του νατουραλιστή Ζολά στην ονοματολογία των αισθήσεων, καθώς περιγράφει εξαντλητικά την «κοιλιά του Παρισιού»στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, ενώ, για τον Μαρσέλ Προυστ, η «εκούσια μνήμη» παραπέμπει σ’ ένα σύνολο αναμνήσεων από το παρελθόν που ένα τυχαίο ερέθισμα ακουστικό, γευστικό ή οσφρητικό μπορεί να ανασύρει αυτομάτως.

Η προσφυγή στις πέντε αισθήσεις βοηθά, εν τέλει, τον συγγραφέα–περιπατητή να εγγράψει σ’ ένα κόσμο αποκαλούμενο «εξωτερικό» έναν «εσωτερικό» κόσμο, καθώς σε κάθε βήμα του η πόλη αναδίδει μια δέσμη αισθητικών ερεθισμάτων, ξετυλίγοντας «μιαν ατέλειωτη κορδέλα από εικόνες, ήχους και κινήσεις αποσπασματικές»,σαν κομμάτια ενός παζλ που δεν ολοκληρώνεται ποτέ…


Αφαιρέστε τα πάθη, το συμφέρον και την αδικία:

Τι ησυχία μες στις πόλεις! Οι ανάγκες και η επιβίωση

δεν κάνουν ούτε το εν τρίτον της φασαρίας.

LA BRUYERE

Χαρακτήρες.

Εάν παλαιότερα η πόλη ξυπνούσε από το λάλημα των πετεινών και η πλατεία Ομονοίας αντηχούσε τη φωνή του κουλουρτζή « – Κουλούούρια ζ…στάάά!... » προτού η σκιά του εμφανιστεί «παρά του καφφενείου το ημίφως, εν μέσω του σκονοστροβίλου»,τώρα υπάρχει μόνο η φωνή του «σπλαχνικο[ύ] πλανόδιο[υ]» σαλεπιτζή να «διαλαλεί το μαλακτικό καταπότι του»στους ξενύχτηδες της Ομόνοιας ή στους αγουροξυπνημένους εργατικούς, που αρχίζουν από νωρίς το πρωί να τη διατρέχουν. Η πολυκοσμία της πλατείας, τα κορναρίσματα και τα μαρσαρίσματα των αυτοκινήτων, παρασύρουν και σβήνουν, όμως, τη νοσταλγική φωνή του μέσα σ’ ένα πολύβουο και πολυάσχολο πλήθος. Με το κύλισμα των ωρών, η πλατεία δεν αντηχεί παρά τη μονότονη βουή του όχλου, που μόνο η διαπεραστική φωνή ενός υπαίθριου εμπόρου ή ενός πλανόδιου πωλητή δύναται να χρωματίσει εδώ κι εκεί με ιδιαίτερη μουσικότητα και χάρη.

Ο νους επιστρέφει και πάλι αβίαστα στις φωνές των μικροπωλητών που τρύπωναν συγκεχυμένες στο περίκλειστο δωμάτιο του Μαρσέλ Προυστ κι έμοιαζαν με θεία λειτουργία ή γρηγοριανό άσμα. «Χιλιάδες των χιλιάδων προσευχές μουρμουρί[ζει]» και ο σύγχρονος συγγραφέας – περιπατητής, καθώς περιεργάζεται τα πρόσωπα των θαμώνων της Ομόνοιας με θρησκευτικό ζήλο, ταυτίζοντάς τα κάθε φορά με διαφορετικό μουσικό είδος, ανάλογα με τα σημεία ή τα στέκια της πλατείας και «τις κασέτες – λαθραίες στα σίγουρα – που πουλιούνται» στα πεζοδρόμια: «Βρίσκω ότι σε τούτο το πεζοδρόμιο [μπροστά στο φαρμακείο Μπακάκου] ταιριάζει να ακούγονται τραγούδια δημοτικά ή και αισθηματικά, πιο κάτω στην στροφή για την Πειραιώς τα αράπικα, ενώ στο απέναντι – αχ, στο απέναντι! – όπου το καφενείο “Μέγας Αλέξανδρος”, ταιριάζουν πιο πολύ τα πεισιθάνατα λαϊκά, “νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”, να πούμε, “παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι”, “του Βοτανικού ο μάγκας” και άλλα παρόμοια κι αυτό όχι τραγουδιστά μα μόνο με χαμηλή υπόκρουση, για να μη διαταράσσονται οι χαμηλόφωνες πεζοδρομιακές συζητήσεις και οι διαλογισμοί αυτών που έχουν προσηλώσει τη ματιά τους και προκαλούν απελπισμένα τον δαίμονα», αποφαίνεται ο Γ. Ιωάννου καθώς συμπληρώνει προσεκτικά το μουσικό παζλ της πλατείας. Και προσθέτει: «Στην άλλη γωνιά του πάλαι ποτέ ξενοδοχείου “Μέγας Αλέξανδρος” τα πράγματα αλλάζουν. Κι εδώ ακούγονται τραγούδια, αλλά τραγούδια ελαφρολαϊκά. Εδώ έχει πολλές χάντρες, τζίτζινα και μίτζινα κρεμασμένα, κι αυτά τα πράγματα σταματάνε τους τουρίστες. Καμιά φορά πιάνονται προχείρως και στο χορό, υπό τα επιδοκιμαστικά βλέμματα της ανελέητης σε άλλα μαγκιάς και λαϊκουριάς

Στη μεταμεσονύκτια Ομόνοια της εποχής του Μητσάκη, δεν υπάρχουν, φυσικά, τουρίστες ούτε – λαθραίες ή μη – κασέτες. Αλλά «εις την σιγήν και εις το σκότος» της πλατείας, το «διακεκομμέν[ο] μουρμούρι[σμα] ως βαυκάλημα» ενός αμαξά αναγνωρίζεται ευκρινώς ως «χυδαίον αθηναϊκόν τραγούδι, αλλοκότως αντηχούν εν τη νυκτί:


– Τί ναν του κάμω του μικρού

Που είναι μικρό και κλαίει, ωχ!... –»


«Χυδαίος»αντηχεί και ο «διαμειβόμενος διάλογος» των δύο αφισοκολλητών προγραμμάτων, καθώς, μέσα από τα νυσταγμένα λόγια τους, δεν αποτυπώνουν μόνο τη διαμάχητης εποχής ανάμεσα στην όπερα και στην οπερέτα, αλλά, ως ομιλούσες και κινούμενες σκιές, απεικονίζουν υπαινικτικά – εν είδει προοικονομίας – τον μετέπειτα ύποπτο και πεισιθάνατο χαρακτήρα της εν λόγω πλατείας: «– Αι, θάρθης να κοιμηθούμε στον «Κάτου Κόσμο»;… […] – Δεν έρχομαι… θα πάω ναν τα κολλήσω. – Δε μου δίνεις κάνεμου λιγουλάκι κόλλα;… Αλλ’ ο άλλος, απομακρυνόμενος, αφού προχώρησε ολίγο, μεταστρέφων: – Μήτσο! – Έϊ!... – Καληνύχτα!... Να ήσουνα ώμμορφος θα σούδινα

Στη δεκαετία του ’80, η χυδαιότητα δεν εντοπίζεται μόνο στους τρελούς της πλατείας, που, «μ’ ένα ευαγγέλιο στο χέρι», δημιουργούν με τα λόγια τους «συνωστισμ[ό] και μεγάλη πλάκα»,αλλά και στον «αλαλαγμό» της μαύρης αγοράς των εισιτηρίων ποδοσφαίρου μπροστά στη διαμπερή στοά της Ομόνοιας, από όπου «αρχινάνε […] και τα πηγαδάκια εκείνα, όπου γίνεται η κριτική για τα ποδοσφαιρικά». Με τη διαφορά ότι εδώ τα «στρατηγήματα και [η] παραξενιά του [χυδαίου] λαϊκού λόγου» θεωρούνται απαραίτητα προσόντα, καθώς «δεν περνά[νε] […] το λεπτό χιούμορ, η ειρωνεία και τα λογοπαίγνια». Άλλωστε, ακόμα κι αν «μετά την πτώση της χούντας, οι συζητήσεις έγιναν ως επί το πλείστον πολιτικές […], τα πολιτικά, με τις σοφές υπομονετικές μανούβρες τους, σιγά σιγά κατάπεσαν κι απόμειναν πάλι τα ποδοσφαιρικά θέματα για τα πηγαδάκια».Εκείνο που αξίζει να επισημάνουμε εδώ είναι ότι, στα μάτια του συγγραφέα–περιπατητή, οι άνθρωποι που συζητούν στα πηγαδάκια της Ομόνοιας «από πολιτική ώς ποδόσφαιρο […] μοιάζουν αιώνιοι συνωμότες».

Αν επανέλθουμε, όμως, στη νυχτερινή Ομόνοια του περασμένου αιώνα, γρήγορα διαπιστώνουμε ότι, στο κείμενο του Μητσάκη, η σχεδόν ομιλούσα κυκλική περιγραφή της πλατείας φθέγγεται λιγότερο με τις ομιλίες των ανθρώπων και περισσότερο με τους ήχους των άψυχων αντικειμένων, που βροντούν μέσα στη νύχτα και ακυρώνουν τον διάλογο των ανθρώπων, καθώς ερμηνεύονται, ενίοτε, ως «ανταπάντησι[ς]» στα λόγια τους και, κατά συνέπεια, αναδεικνύονται σε κυρίαρχες φθεγγόμενες οντότητες: «– Ζ… στάάά κουλούούρια!... Κουλούούρια!... Καίαίνε!... […] – Θα στα πάρη μωρέ ο αγέρας!..., έκαμε προς αυτόν ένα γκαρσόνι […] – Εν τα παίρνει…, απεκρίθη ο κουλουροπώλης, λαρυγγωδώς και βαρυθύμως. –Μπραφ!... μπραφ!... μπραφ!..., εβρόντησε, ως εις ανταπάντησιν, το ανοικτόν παράθυρον, δεινώς, από το βάθος της πλατείας. […] – Κουλούούριααα!... Αλλ’ η φωνή του, αφηρπάγη υπό του ανέμου, παρεσύρθη, και εσβύσθη εις ηχώ βραδείαν. […] –Φρατ!... φρατ!... φρατ!..., διακρίνετ’ αντηχούσ’ από το καφφενείον, πλαταγίζουσα, η υπερμεγέθης πατσαβούρα, που κρατεί ο υπηρέτης, καταφερομένη επί των επίπλων του. – Κρακ!... κρακ!... κρακ!... κροταλίζουν τα καθίσματα, προσκρούοντα προς άλληλα σφοδρώς […]. – Γκροπ! γκροπ! γκροπ!, αγροικούνται βαρείς βηματισμοί, επάνω εις τις πλάκες […]. – Κρρρ!, έκριξ’ ελαφρά, η ύαλος [του καπνοπωλείου], επανακλειομένη, […]. –Ντιγγ! ντιγγ!..., ανέδωκ’ ήχον διαυγή, οξύν, από παρακειμένου δρόμου, κρουόμενον το κουδουνάκ’ οικίας […]. – Γκκκρρρ!..., άμαξα εκυλίσθη, ερχομένη πόρρωθεν, […]

Στην ανωτέρω παρατακτική και συσσωρευτική καταγραφή ομιλιών και θορύβων στη νυχτερινή Ομόνοια, η πολύσημη συγχορδία των ήχων δεν συνθέτει μόνο «συναρπαστικές εναλλαγές και μουσικές επαναλήψεις, [με] εμμονή στις παραλλαγές»,συνδυάζοντας αρμονικά τις ανθρώπινες φωνές με τις κραυγές των προσωποποιημένων αντικειμένων, αλλά, πρωτίστως, συνοψίζει με αθροιστικό τρόπο και συμβολοποιεί την αντιθετική συζυγία ανθρώπων και αντικειμένων. Έτσι, η εν λόγω ακουστική περιγραφή της πλατείας καταλήγει σε μια κειμενική ανισοκατανομή ανθρώπινων φωνών και ήχων των αντικειμένων, η οποία, ενταγμένη προσφυώς στη συνολική απεικόνιση της πλατείας, καθιστά τα αντικείμενα κυρίαρχες δρώσες παρουσίες, αφού «ψυχή άλλη επ’ αυτής» δεν υπάρχει, «ψυχή εις τους πέριξ δρόμους».

Αντιθέτως, στα κείμενα του Γ. Ιωάννου και του Μ. Κουμανταρέα, που περιγράφουν την ίδια πλατεία στη σύγχρονη εποχή, η συνολική αφηγηματική ύλη συναρτάται νυχθημερόν από ανθρώπινες φωνές, κυρίως, οι οποίες – άλλοτε μεμονωμένες και άλλοτε ενταγμένες μες στην οχλοβοή του πλήθους και συγκεχυμένες – προσδίδουν ανθρώπινο ήχο ακόμα και στους άψυχους τηλεφωνικούς θαλάμους της πλατείας, από τα τηλέφωνα των οποίων «βρίσκεται πάντοτε κρεμασμένος κι ένας φαντάρος ή ένας νεαρός που μοιάζει με φαντάρο».Οι τηλεφωνικοί θάλαμοι, ακροβολισμένοι, όπως κι οι ομορφονιοί, κοντά στις σκάλες της πλατείας, «με πόρτες μισάνοιχτες [,] αφήνουν ξέφτια από συνομιλίες»να διαχέονται στη σιωπή της νύχτας. Από τη «φανταρία» και «το χακί της στολής τους» έπαιρνε, όμως, κάποτε «το χρώμα της η πλατεία», καθώς έβγαιναν αδειούχοι για λίγα 24ωρα κι έσπευδαν να κόψουν «γύρους στη ρουφήχτρα»της Ομόνοιας, προτού σκορπίσουν σαν σμήνη πάλι.

Αν αληθεύει ότι το όνομα κάθε πόλης που κατοικούμε δεν προκρίνει μια αναπαράστασή της αντικειμενική, αλλά υποβάλλει εικόνες συγκινησιακά φορτισμένες και άρρηκτα συνδεδεμένες με τις υπαρξιακές ανησυχίες του εκάστοτε κατοίκου της, είναι εξίσου αληθές ότι το όνομα μιας πόλης ή μιας (κεντρικής, κυρίως) πλατείας υπαγορεύει αφ’ εαυτού ένα ξεχωριστό χρώμα, ένα ιδιαίτερο φως, μια ιδιάζουσα περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εν γένει. Δεδομένου, δε, ότι κάθε χρώμα ενέχει έναν υπαρξιακό συμβολισμό, το ιδιαίτερο χρώμα ή φως μιας πόλης/πλατείας υποδεικνύει συγχρόνως την υπαρξιακή της υπόσταση, η οποία – μέσα από μια αισθητική κλίμακα εικόνων, αποχρώσεων και φωτοσκιάσεων – αγκαλιάζει τους κατοίκους ή τους επισκέπτες της, κρατώντας τους δέσμιους της δικής της χρωματικής παλέτας. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο πως οι σημαντικότεροι γάλλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα ταύτισαν μ’ ένα ιδιαίτερο χρώμα το Παρίσι όπου κατοικούσαν: το κίτρινο ο Μπαλζάκ, το γκρι ο Φλωμπέρ, ως «τυπικό παρισινό χρώμα», το «σκούρο χρώμα των αιώνων» ο Ουγκώ, «που προσδίδει στα παλαιά κτίρια την ηλικία της ομορφιάς τους».

Το ίδιο σκούρο, «μουντό [αλλά] και γυαλιστερό» χρώμα παλαιότητας αποκτά στα μάτια του Γ. Ιωάννου και το καφενείο «Μέγας Αλέξανδρος» της Ομόνοιας, καθώς «έχει μια μαύρη λάμψη στα υλικά του […], [που] θυμίζει μεσοπόλεμο, κάτι από την παλιά του δόξα». Το ίδιο σκοτεινό χρώμα, αλλά με εκφοβιστικές προεκτάσεις, αποκτά στα μάτια του Μ. Μητσάκη ολόκληρη η νυκτερινή πλατεία Ομονοίας, όπου τα «πέριξ οικήματα [εγείρουν] αμαυράς τας όψεις των», ενώ «όπισθεν των δέντρων, το εν εκ των μεγάλων καφφενείων της διακρίνεται ημιφώτιστον, ως μυστηριώδες άντρον». Το μοναδικό φέγγος στη νυκτερινή απεικόνιση της πλατείας ανήκει στη σελήνη, που «πλησιφαής λάμπει […] εις τον καταξάστερον ουρανόν», μ’ ένα φωτεινό άστρο «εις το πλάγι της, […] ως λευκό[ν] ακόλουθο[ν]».Η σελήνη, εν είδει κινηματογραφικού προβολέα, προβάλλει εξ αντανακλάσεως τη «νυκτερινή ζωγραφιά» της πλατείας «εις την απέραντον κυανήν οθόνην» ώς τη στιγμή – κοντά στο ξημέρωμα – που θα «ωχριάσ[ει], αμυδρά, δερομέν’ υπό της σκόνης» και θα σβηστεί η ζωγραφική εικόνα από το πανί, αφήνοντας στο μισοσκόταδο ένα γενειοφόρο κι ένα λούστρο να διαπραγματεύονται «παζάρια ειδεχθή…».

Στη νυκτερινή Ομόνοια του Μ. Κουμανταρέα, όμως, τη θέση της σελήνης παίρνει ο Παρθενώνας, που διακρίνεται στο βάθος της οδού Αθηνάς «χλωροφορμισμένος, μες στην αιθάλη», όμοιος με τις όψεις των θαμώνων της πλατείας, που γίνονται «μαρμάρινες […] όσο η νύχτα προχωρεί». Εξάλλου, στην Ομόνοια του Μ. Κουμανταρέα, το αντιφέγγισμα της σελήνης στη νυκτερινή πλατεία του Μητσάκη αντικαθίσταται από τον μεγεθυσμένο αντικατοπτρισμό που δημιουργούν οι «μεγαλόπρεπ[οι] καθρέφτες» του καφενείου «Μεγαλέξανδρος», καθώς δεν «πολλαπλασιάζουν [μόνο] την αθλιότητα»των θαμώνων του, αλλά και τους καπνούς/ατμούς της νύχτας εκεί. Τέλος, στην Ομόνοια της δεκαετίας του ’80, τα «ράμφη του γκαζ» του περασμένου αιώνα αντικαθίστανται από «μια σειρά φώτα νέον», ενώ το «αναμμένον σπερματσέτο» του νυκτόβιου τσαγκάρη μετατρέπεται σε μια «φωτεινή διαφήμιση για τσιγάρα […], [που] θυμίζει μια νεύρωση του αιώνα μας, που δεν λέει να γιατρευτεί».

Συνεπώς, στη σύγχρονη πλατεία, οι αφίσες και οι φωτεινές διαφημίσεις δεν περιέχουν πλέον ένα συνεκδοχικό μήνυμα, ικανό, μέσω της «επαναλαμβανόμενης έκθεσής του» στα μάτια των περαστικών, να «φορτιστεί συμβολικά, υποκινώντας τη συγκινησιακή συμμετοχή»τους – όπως συμβαίνει με τη διαμάχη μεταξύ όπερας και οπερέτας που ενεργοποιεί η αφισοκόλληση των παραστάσεων από τους δύο «κολλητ[άς] προγραμμάτων» στο κείμενο του Μ. Μητσάκη –, αλλά ένα μήνυμα στερεότυπο και μέτριας ποιότητας, που, ως ιδανική απεικόνιση του μέσου καταναλωτή, «περισσότερο μορφοποιεί την κοινωνική πραγματικότητα παρά την αντικατοπτρίζει».Δικαίως ισχυρίζεται, λοιπόν, ο γάλλος κοινωνιολόγος Μαρκ Ωζέ ότι, στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, οι εμπορικές διαφημίσεις έχουν αντιστρέψει «την αλήθεια του είναι σε αλήθεια του φαίνεσθαι»: «Οι νεαροί που κάποτε κάπνιζαν Καρέλια, τώρα ρουφάν ηδονικά τον καπνό του Μάλμπορο. Άλλες συνθήκες, άλλα χαρμάνια»,διαπιστώνει επιγραμματικά ο Μ. Κουμανταρέας.

Υπάρχουν, βέβαια, και οι μόνιμα αναμμένες επιγραφές των ξενοδοχείων με τα «δυσπρόφερτ[α]» και απατηλά, ενίοτε, ονόματά τους, όπως η επιγραφή του ξενοδοχείου «“KARLTON” [στην Ομόνοια], όχι σπουδαίας κατηγορίας, όπως θα νόμιζε ένας αδαής, κρίνοντας από το διάσημο διεθνώς όνομά του», σημειώνει ειρωνικά ο Γ. Ιωάννου. Σπεύδει, πάντως, να προσθέσει ότι «μέσα από ένα φτηνό ξενοδοχείο της Ομόνοιας […], η κίνηση της πλατείας φαντάζει πολύ περισσότερο αποκρυπτογραφημένη στα μάτια σου και είναι ήρεμη και φτωχική, ακόμα και πληκτική τις γιορτές και τις νύχτες. Ενώ όταν κατεβαίνεις από το καλοβαλμένο σπίτι σου, όλα εδώ σου φαίνονται μυστηριώδη και σκληρά και ύποπτα».Ύποπτες φαντάζουν, άλλωστε, και οι μυρωδιές πάνω και κάτω από την πλατεία, αν πάρει κανείς την «κυλιόμενη σκάλα μπροστά […] [από] το αράπικο στέκι φτηνού ρουχισμού, [που] οδηγεί […] στα διάσημα ουρητήρια της Ομόνοιας, κοινώς τζουρά, όπου μέσα στη μπόχα και την αμμωνία συνάπτονται απειροπληθή ειδύλλια επί τη εμφανίσει…».

Από τον Β. Ουγκώ, που φράζει τη μύτη του ήρωά του Gringoire στην Παναγία των Παρισίων για ν’ αποφύγει τη δυσωδία της παρισινής λάσπης, ώς τον Π. Μοράν (P. Morand), που οσφραίνεται τη Βουδαπέστη από την καπνιά των καπνοδόχων της και μια μυρωδιά μπύρας αναμεμιγμένη με τανίνη, και τον Α. Ντόμπλιν (A. Döblin) που περιεργάζεται την ύποπτη μυρωδιά της ανθρώπινης αθλιότητας στην πλατεία Alexanderplatz, ο συγγραφέας–περιπατητής υπήρξε ανέκαθεν ευαίσθητος στις μυρωδιές της πόλης και, δη, στη δυσοσμία που αποπνέουν οι υπόγειοι ή κλειστοί χώροι, όπως η «μυρωδιά μούχλας και υγρασίας» που αναδίδει το περίκλειστο δωμάτιο του θείου Αντόλφ στο Κομπραί, ικανή να ανασύρει, μέσω της οσφρητικής ανάμνησης του ενήλικα Μ. Προυστ (M. Proust), και ν’ ανασυνθέσει ολόκληρες εικόνες απωθημένες στο άναρχο παρελθόν της παιδικής του ηλικίας.

Έτσι, εάν η Ομόνοια του Μητσάκη στερείται κάθε υπόγειας διαδρομής στο σώμα της μεταμεσονύκτιας πλατείας, αλλά και κάθε οσμής, αφού η βιαιότητα της σκόνης που τη μαστιγώνει καταργεί την αίσθηση της όσφρησης ή προσωρινά την ακυρώνει, η Ομόνοια του Γ. Ιωάννου και του Μ. Κουμανταρέα – προεκτείνοντας το αστικό σώμα μέσα από στοές και υπόγειες διαβάσεις – αναδίδει «κακόφημες» οσμές και «σηψαιμία», καθώς, όσο προχωρεί η νύχτα, «ένα μπαλέτο από μορφινομανείς, χαπάκηδες και ποντικούς των νυχτερινών φαρμακείων» κυκλοφορεί στην πλατεία. Υπάρχουν, βέβαια, και οι μυρωδιές της λαϊκής ψησταριάς στη στοά του Πιγκουΐνου, που ταΐζει «[την] πελατεία της γύρο και κοντοσούβλι στη μέση της νύχτας», αλλά και οι πιο αιθέριες μυρωδιές στο γαλατάδικο, γωνία Αθηνάς, όπου η αίσθηση της όσφρησης αποκτά γεύση και απολαμβάνει μια «μεγάλη ποικιλία από γαλακτερά – ρυζόγαλα, κρέμες με κανέλα, γιαούρτι με καρύδια και μέλι».

Καθώς ένα «ανεπαίσθητ[ο] χάραμα [αρχίζει να] φωτάει από τον Υμηττό» και οι «βρικολακιασμένοι» ξενύχτηδες του υπόγειου παίρνουν την αριστερή σκάλα που βγάζει ξανά στην επιφάνεια της πλατείας, «το μπακιρένιο κανάτι» του σπλαχνικού σαλεπιτζή, «ξέχειλο από […] το μαλακτικό καταπότι του», ταΐζει με «βάλσαμο» τους ουρανίσκους και τις «ψυχές των άστεγων»θαμώνων της πλατείας. Μαζί τους και ο συγγραφέας–περιπατητής, που, ως άλλος Τσαρλς Λαμπ, βέβαιος ότι «καμιά γεύση ή όσφρηση δεν μπορεί να μεταδώσει στις αισθήσεις […] ένα τόσο λεπτεπίλεπτο ερέθισμα όσο το χαρμάνι ετούτο» και γνώστης του φθόνου ενός απένταρου μπρος στην αδυναμία του να γευτεί αυτό το «μοσχομύριστο πρόγευμα»,βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και φιλεύει τους νεαρούς ξενύχτηδες της Ομόνοιας, «σαν μια ελάχιστη οφειλή για την παρέα που [τ]ου κράτησαν όλη τη νύχτα».

Τελευταία από τις αισθήσεις της πλατείας – μετά την ακοή, την όραση, την όσφρηση και τη γεύση – η αίσθηση της αφής που, μαζί με την αίσθηση της ακοής, ευαισθητοποιείται περισσότερο τις νυχτερινές ώρες, επιστρέφοντας τον συγγραφέα–περιπατητή ανεπίγνωστα στην παιδική του ηλικία, τότε που βάδιζε ψηλαφητά, θωπεύοντας τις επιφάνειες για να τις μαντέψει, προκρίνοντας, δηλαδή, την αφή ως κυρίαρχη αίσθηση για να νιώσει και να προσδώσει ταυτότητα σε ό,τι άγγιζε με την άκρη των δαχτύλων. Ο νους επιστρέφει εκ νέου στον Άνθρωπο που κοιμάται του Ζωρζ Περέκ, που βαδίζει με μάτια ερμητικά κλειστά και εφευρίσκει μια καινούργια κατάταξη των κτιρίων ανάλογα με την αίσθηση αφής που του αφήνουν: «[…] οι ξεφτισμένες προσόψεις, οι καταφαγωμένες προσόψεις, οι σκουριασμένες προσόψεις, οι καταστόλιστες προσόψεις.»

Αξίζει, εξάλλου, να προσεχθεί ότι η αφή, ως δεύτερη όραση, αφυπνίζει ενίοτε στα μάτια του συγγραφέα–περιπατητή την ενόραση ενός ιστορικού παρελθόντος – εμπόλεμου, συνήθως, με ακρωτηριασμούς, διαμελισμούς και εξαρθρώσεις – που μάταια τα μπαλώματα και οι σοβάδες προσπαθούν να κρύψουν τα σημάδια του στους τοίχους: «Βγαίνοντας από το καφενείο, τα κτίρια της Ομόνοιας με τυλίγουν. Πολυκατοικίες με την ασυδοσία των εργολάβων έκτυπη στις προσόψεις τους, εναλλάσσονται με παλιά κτίρια που, όσο κι αν πασχίζουν να κρύψουν τις σφαίρες του εμφύλιου, εγώ τα βλέπω διάτρητα, έτοιμα σαν τραπουλόχαρτα να καταρρεύσουν»,γράφει ο Μ. Κουμανταρέας.

Οι προσόψεις των κτιρίων της Ομόνοιας μοιάζουν, λοιπόν, με ένα «βαρυφορτωμένο από πείρα αρχοντικό πρόσωπο», που η Ιστορία το γέμισε «πυκνές ζαρωματιές και σημάδια».Πλην όμως, η ψηλάφηση της ιστορικής μνήμης της πλατείας από τον συγγραφέα–περιπατητή ενεργοποιεί μέσα του μια δεύτερη ανάγνωση, η οποία ελέγχεται πιο συνειδητή, πιο ουσιαστική και προσδίδει στην πλατεία συμβολικές προεκτάσεις.

Από τη συλλογική μνήμη στη συμβολική ανάγνωση της πλατείας

Δεδομένου ότι – βάσει όσων προαναφέραμε – το αστικό σώμα της συγκεκριμένης πλατείας εκπέμπει ένα σύνολο αισθητικών μηνυμάτων που ο συγγραφέας–περιπατητής καλείται να αποκωδικοποιήσει, η εκ μέρους του κατανόηση των εν λόγω μηνυμάτων προϋποθέτει την αναλογική αντιστοιχία του ατομικού ερμηνευτικού του κώδικα με τον συλλογικό κώδικα ανάγνωσης της πλατείας. Η εν λόγω αντιστοιχία κωδίκων καθίσταται, κατά τον γάλλο κοινωνιολόγο Πιερ Σανσώ, εφικτή μόνο σε όποιον δύναται να διασχίσει την πλατεία σαν ένα «ένσαρκο σώμα», «εναρμονίζοντας την ανάσα του με τη δική της, προσφωνώντας την με οικειότητα και επιθυμώντας την με τη δική του σάρκα».

Επί του προκειμένου, μόνο τότε ο συγγραφέας–περιπατητής της Ομόνοιας μπορεί να μετατραπεί σε συγγραφέα–συνομιλητή, αναπτύσσοντας ένα ουσιαστικό διάλογο μαζί της, ικανό να τον μυήσει στην επικαλυμμένη και κρυφή πλευρά του ιστορικού παρελθόντος της. Ξύνοντας, λοιπόν, με το νύχι του απαλά το επίχρισμα του σοβά που τοποθέτησαν άτεχνα κάποιοι εργολάβοι, ο συγγραφέας–συνομιλητής δεν συνδιαλέγεται μόνο νοσταλγικά με την ιστορική μνήμη της πλατείας, αλλά, πρωτίστως, καθίσταται μάρτυρας (με την έννοια ότι καταθέτει μαρτυρία και συμβάλλει στην πιστοποίηση πράγματος) της συλλογικής μνήμης των κατοίκων της πόλης που αποκρυσταλλώνει η εν λόγω πλατεία («[…] η Ομόνοια μοιάζει με τούρτα μνημοσύνου»,μονολογεί ο Γ. Ιωάννου) και, συγχρόνως, εκφραστής της συλλογικής συνείδησης των θαμώνων της, που υπαγορεύει με χίλια στόματα τις εμπειρίες και τα παθήματά τους: «Άνοιξε τα μάτια σου και τ’ αυτιά σου, άκου τις διηγήσεις των άλλων, τις αντιδράσεις, τα παθήματά τους, τις λύσεις που εκ του προχείρου έδωσαν όταν ξαφνικά εμφανίστηκε το κακό. Βγάλε διδάγματα, κάνε τα βίωμά σου»,προτρέπει εαυτόν ο Γ. Ιωάννου.

Μέσα από την εν λόγω διαδικασία μαθήτευσης στην πλατεία Ομονοίας – που συνδυάζει την επιταγή «κοίτα με ορθάνοιχτα τα μάτια, κοίτα» του Μιχαήλ Στρογκώφ με την προτροπή «άκου με ορθάνοιχτα τ’ αυτιά, άκου» του Γιώργου Ιωάννου, και συνδιαλέγεται ταυτόχρονα με την Ιστορία της πόλης και την καθημερινή μικρο-ιστορία της πλατείας – η μαθητεία στον ομφαλό της πόλης συνεπάγεται, αφ’ ενός, την οικειοποίηση του αστικού σώματος της πλατείας και, κατ’ επέκτασιν, της πόλης που την περικλείει εκ μέρους του συγγραφέα–συνομιλητή (όπου, από την ομολογία «είναι ο δικός μου χώρος αυτός, που με λύτρωσε από τη βαριά σκιά άλλων χώρων»του Γ. Ιωάννου περνάμε στην ρητή δήλωση «είναι δικοί μου [δρόμοι] αυτοί, της πόλης μου […]. Δεν τους αλλάζω»,του Μ. Κουμανταρέα) και, αφετέρου, την συγχώνευση ολόκληρης της χώρας στα στενά όρια της εν λόγω κυκλικής πλατείας: «Μαθήτεψε, αν σου βαστάει, στην πλατεία. Είναι η πλατεία όλων των χωριών και όλων των πόλεων της χώρας. Όταν συχνάζεις εδώ, συχνάζεις παντού. Αχ, από σώμα σε σώμα ταξιδεύοντας. Δεν είναι χρεία να πας πουθενά για να γνωρίσεις τους Έλληνες, εδώ τους γνωρίζεις καλύτερα. Ξεσκεπάζουν περισσότερο τον εαυτό τους», αποφαίνεται με σιγουριά ο Γ. Ιωάννου.

Από την άλλη, εάν, κατά τον γάλλο ποιητή Φρανσίς Πονζ, το ρήμα ταξιδεύω / voyager ενέχει το ρήμα βλέπω / voirκαι, κατά τον μυθιστοριογράφο και θεωρητικό Μισέλ Μπυτόρ, το ρήμα ταξιδεύω σημαίνει συγγράφω,τότε το περιπατητικό ταξίδι στην Ομόνοια, ως ταξιδιωτική ανά-γνωση της εν λόγω πλατείας, αποκτά μια διάσταση συμβολική που μόνο η συγγραφή – ως συνένωση του αστικού με το κειμενικό σώμα – μπορεί να αποδώσει. Συμβολική δεν είναι, άλλωστε, και η κατά Μπόρχες παρομοίωση του ταλαντούχου αναγνώστη μ’ ένα σπάνιο πτηνό, πιο σκοτεινό και πιο ιδιόρρυθμο από τον ταλαντούχο συγγραφέα;

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι ο μποέμ Μ. Μητσάκης – μανιώδης της διαρκούς μετακίνησης, αλλά και «Λυγκεύς προ πάντων και σκοπευτής δεινός»– συνήθιζε να παρομοιάζει το σεργιάνι του στο κέντρο της πόλης με μια βόλτα στη «βιβλιοθήκη [τ]ου»,ταυτίζοντας την περιπατητική ανάγνωση της πόλης με την περιδιάβαση (το ξεφύλλισμα, δηλαδή) των σελίδων ενός βιβλίου. Έτσι, παρόλο που η τριτοπρόσωπη αφήγηση στη «Ζωγραφιά νυκτερινή» συντηρεί μιαν απόσταση ασφαλείας ανάμεσα στον αναγνώστη/ιδιόρρυθμο πτηνό και το νυχτερινό σώμα της πλατείας/βιβλίου, ο εξίσου ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της γραφής του – που μετέχει του αφηγήματος, της ταξιδιωτικής εντύπωσης, της ψυχογραφίας και του χρονογραφήματος, συγχρόνως, ενώ οι «ακόλαστοι χρωματισμοί, η ζολαδική εμμονή του στις πιο κουραστικές λεπτομέρειες»και ο ποιητικός του ρεαλισμός συντονίζουν σε αρμονική συγχορδία ήχους, φθόγγους, σκόνη και σκιές – καταφέρνει να προσδώσει συμβολική διάσταση στη νυχτερινή καταγραφή της πλατείας, με εκφοβιστικές προεκτάσεις.

Ιδιόρρυθμη φαντάζει, εξάλλου, και η προσδοκία του Γ. Ιωάννου να «μπορέσ[ει] [κά]ποτε να ζήσ[ει] σαν ασκητής, ασκητεύοντας όμως […] στην πλατεία Ομονοίας».Ιδιόρρυθμοι ακούγονται, επίσης, και οι «άχρηστοι όρκοι» του Μ. Κουμανταρέα, που «ομνύ[ει] ότι δεν θα επαναλάβει» μια ολονύκτια περιδιάβαση στους δρόμους και τον υπόγειο της ίδιας πλατείας, ξέροντας ότι «η αλεξανδρινή ποίηση [του Καβάφη] […] εμπέδωσε και νομιμοποίησε [τους όρκους του] στις συνειδήσεις».Με τη διαφορά ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στα κείμενα και των δύο συγγραφέων εμπλέκει τον μονόλογο του αφηγητή στη μοίρα της πλατείας. Ενώ, όμως, ο Μ. Κουμανταρέας συντάσσεται – μέσω του δικού του «κι εγώ»– με τη σκοτεινή πλευρά της Ομόνοιας, συντηρώντας ή και επιτείνοντας τον μυστηριώδη χαρακτήρα που της προσέδωσε υπαινικτικά εκατό σχεδόν χρόνια πριν ο Μ. Μητσάκης, ο Γ. Ιωάννου, επιμένοντας κυρίως στην ιδιότητα της πλατείας ως «λίμνης», αποδίδει στο νερό της ιδιότητες ιαματικές, ικανές να καταστήσουν την Ομόνοια «εξαίρετο αντίδοτο […] εναντίον πάσης αχώνευτης τελετής […] δεξιώσεως σε σαλόνια απαστράπτοντα […] ή εναντίον πολιτικών συγκεντρώσεων». Και προσθέτει: «Δεν λέω να μην πας στις υψηλές κοινωνικές εκδηλώσεις, να πας, αλλά μετά τρέξε εδώ να ξεπλυθείς με ειδική λάσπη, καλό θα σου κάνει.»

Λίγα βήματα χωρίζουν, πλέον, τις ιαματικές ιδιότητες της πλατείας ως «ψυχοθεραπευτηρί[ου]» από τη συμβολική ανάδειξή της σε τόπο ιερό και λατρευτικό, όπου «γίνονται τόσα θαύματα».Έτσι, για τον Γ. Ιωάννου, δεν «είναι ψυχικώς ωφέλιμ[ο]» να έρχεσαι εδώ και να «θεάσαι τη ρωμαλέα ζωή, που δρα και θάλλει ανεπίγνωστα» μόνο «μετά τις κηδείες […] γνωστών σου, φιλικών σου προσώπων [ή] συνομηλίκων σου» για να βρεις παρηγοριά στη στενοχώρια σου – «παυσίλυπος γαρ ο τόπος» –, αλλά και τις καθημερινές ή τις Κυριακές, «μετά την εκκλησία», για να «συνέλθεις, [να] ξεκουραστείς» και, εφόσον το επιθυμείς, «να [πάρ]εις κι εσύ μέρος στα τεκταινόμενα.» Και διευκρινίζει: «Η μυστική ζωή και λατρεία τέτοιους χώρους ανακαλεί, όπως ακριβώς και αυτοί οι χώροι τη δίψα για τους τόπους της λατρείας εμβάλλουν – λιβάνια και ψαλμούς και γονατίσματα.»

***


Ανακεφαλαιώνοντας, η αναγνωστική περιδιάβαση της πλατείας Ομονοίας από τους νεοέλληνες συγγραφείς Μιχαήλ Μητσάκη, Γιώργο Ιωάννου και Μένη Κουμανταρέα, δεν μας οδήγησε μόνο στη διαπίστωση αρκετών σημείων όπου συγκλίνουν – παρά το χρονικό διάστημα ενός αιώνα, περίπου, που χωρίζει το αφήγημα του πρώτου από τα κείμενα των δύο άλλων συγγραφέων – αλλά, πρωτίστως, στην εξακρίβωση πολλών σημείων όπου αποκλίνουν μεταξύ τους.

Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα μελέτη εντοπίσαμε αρκετά σημεία σύγκλισης των τριών συγγραφέων όσον αφορά, κυρίως, στη νυχτερινή θέαση της Ομόνοιας και στις εκφοβιστικές διαστάσεις που αποκτά η εν λόγω πλατεία (έστω κι αν παραμένουν φανταστικές ή μετά βίας υπαινικτικές στην περίπτωση του Μ. Μητσάκη, ενώ καθίστανται, αντιθέτως, υπαρκτές στην περίπτωση του Μ. Κουμανταρέα), στις ποικίλες εκδοχές βάδισης ή μετακίνησης στην πλατεία (που αντιπαραθέτουν, πλην όμως, εμφανώς τους «βαρείς» αλλά αραιούς βηματισμούς των περαστικών και το κύλισμα μιας άμαξας στην Ομόνοια του 19ου αιώνα στο «ποτάμι των περαστικών» και τη συνεχή ροή των τροχοφόρων της Ομόνοιας στη δεκαετία του ’80) και στην αισθητική ανάγνωση της πλατείας (η οποία, στην περίπτωση του Μ. Μητσάκη, προκρίνει καταφανώς την αίσθηση της ακοής έναντι των άλλων αισθήσεων, καθώς η νυχτερινή, σκοτεινή και έρημη κυκλική πλατεία αντηχεί κάθε ήχο ή φωνή ως «κύμβαλον αλαλάζον»).

Όσον αφορά στα σημεία απόκλισης του Μ. Μητσάκη από τους δύο άλλους σύγχρονους συγγραφείς, δεν θα κατατάσσαμε μόνο την τοπογραφία της πλατείας – η οποία, σε συνδυασμό με τις διαδρομές που διαγράφει το βλέμμα του συγγραφέα–περιπατητή, προτάσσει μια σφαιρική σύλληψη της πλατείας αλλά περιορισμένη αποκλειστικά στον υπαίθριο χώρο της, στην περίπτωση του πρώτου, σε αντίθεση με την αποσπασματική αλλά διεισδυτική ματιά των δύο άλλων συγγραφέων, που προεκτείνεται ώς τη στεγασμένη στοά και εισχωρεί στον υπόγειο χώρο της Ομόνοιας, για να συναρμόσει σε ενιαίο παζλ τα κομμάτια της κατακερματισμένης σύγχρονης πλατείας –, αλλά και τα διάφορα στέκια της ως χώρους συνάντησης και συνάθροισης των ανθρώπων (άλλα εκ των οποίων παραμένουν κλειστά στη νυχτερινή πλατεία του 19ου αιώνα κι άλλα δεν μνημονεύονται ούτε καν υπαινικτικά, γιατί απλώς δεν υπήρχαν τότε). Πλην όμως, στα εν λόγω σημεία απόκλισης θα κατατάσσαμε, πρωτίστως, αυτή καθαυτή τη συμβολική λειτουργία της σύγχρονης Ομόνοιας ως λίμνης κυκλικής και ομφαλού της χώρας, όπου συρρέουν καθημερινά ορμητικά κύματα τροχοφόρων και ανθρώπων από όλες τις κεντρικές αρτηρίες της πόλης.

Κατ’ επέκτασιν, ούτε η αρχή της ισονομίας, που διέπει τους ρυθμούς ζωής και δράσης στη σύγχρονη πλατεία, ούτε το αίσθημα σύμπνοιας ή συνενοχής, που διαπνέει τους θαμώνες της, συγκαταλέγονται στα σημεία σύγκλισης του Μ. Μητσάκη με τους δύο άλλους συγγραφείς. Σε βαθμό που αποβαίνει φυσική συνέπεια η απουσία κάθε συμβολικής διάστασης της ίδιας πλατείας στα τέλη του 19ου αιώνα, εφόσον καμία όσμωση ανθρώπων, ιδεών ή κρυφών προσδοκιών και χιμαιρικών ονείρων δεν ανιχνεύεται στην Ομόνοια του Μ. Μητσάκη, ικανή να την εξακοντίσει στην υπερβατική διάσταση ενός λατρευτικού τόπου. Εξάλλου, όπως είδαμε ήδη, η «ιεροποίηση» της Ομόνοιας – ως πλατείας ανοιχτής και κεντρικής, όπου η περιδίνηση των «σαράντα κυμάτων» των περαστικών και η συλλογική συνείδηση της ιστορικής μνήμης διαγράφουν ομόκεντρους κύκλους – δεν προϋποθέτει μόνο έναν επαρκή συνωστισμό και συγχρωτισμό ανθρώπων, αλλά, πρωτίστως, την ενσυνείδητη πρόθεση μαθητείας εκ μέρους του συγγραφέα–περιπατητή στο πολυπράγμον δούναι και λαβείν διηγήσεων και εμπειριών της πλατείας.

Κατά συνέπεια, αντίθετα με ορισμένους συγγραφείς ή αρχιτέκτονες και θεωρητικούς της πόλης, που επείγονται να προδικάσουν «τη δύση του αστικού κέντρου»,ως κατεξοχήν «τόπου ανάμειξης και πρόσμειξης διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών τάξεων»,και να διαγνώσουν – με αφορμή την αποκέντρωση – την «κρίση της πλατείας» στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, η νοσταλγία της πλατείας ως «τόπου συνένωσης και συγχώνευσης ολόκληρης της αστικής κοινωνίας»δεν απασχολεί ούτε ανησυχεί τον συγγραφέα–περιπατητή της παρούσας μελέτης.

Καμιά πόλη δεν χτίζεται, βέβαια, για να διαρκέσει στους αιώνες, αλλά για να καταρρεύσει μία μέρα. Αυτό προοιωνίζεται, ίσως, η «ανθρωποκεντρική σπουδή» της Ομόνοιας στα κείμενα των δύο σύγχρονων συγγραφέων, που ερμηνεύεται ρητώς ως «σπουδή φθοράς και θανάτου»από τον Γ. Ιωάννου. Στο τέλος, λοιπόν, της αργόσυρτης λατρευτικής περιφοράς του στα ίχνη «εκείνη[ς] τη[ς] τεράστια[ς] και πάντα οντουλαρισμένη[ς] κούρβα[ς], που φέρνει συνεχώς γύρους στην Ομόνοια»,ο συγγραφέας–περιπατητής, ως πιστός «θιασώτης του Διονύσου που διατρέχει αενάως την πλατεία με τους Σατύρους και τις Μαινάδες του», ξέρει ότι πίσω από την εικόνα της σφριγηλότητας «καιροφυλακτεί το μαρτύριο» του εφήμερου. Και καταθέτει: «Κοιτάζοντας όλη αυτή την κίνηση, μου έρχεται να κάνω και να πω αυτά που έκανε, κατά τον Ηρόδοτο, ο Ξέρξης, όταν επιθεώρησε το στρατό του και το στόλο του. Πρώτα μακάρισε τον εαυτό του και μετά εδάκρυσε. “Ούτε ένας από αυτούς δεν θα υπάρχει σε εκατό χρόνια”, είπε. Ναι, ούτε ένας – τίποτε.»Εδώ έγκειται, ίσως, η δική του νοσταλγία.

Φθινόπωρο 2006


***

Βιβλιογραφία για την πλατεία Ομονοίας

Α. Λογοτεχνικά κείμενα για την πόλη

  • Δούκα, Μάρω, «Αθηναϊκή ανθρωπογεωγραφία. Η Ομόνοια εκατό χρόνια πριν», Το Βήμα της Κυριακής, Αθήνα, 10.08.97, σ. S08.

  • Ιωάννου, Γιώργος, Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα (1963) 1982.

  • Ιωάννου, Γιώργος, «Τα λαϊκά σινεμά», «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς», «Εξαίσια αστική μας κοινωνία», στο Για ένα φιλότιμο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα (1964) 1980, σσ. 17-20, 43-45, 55-59.

  • Ιωάννου, Γιώργος, «Τα σκυλιά του Σέιχ – Σου», «Τα λεμόνια ήταν ακριβά», στο Η μόνη κληρονομιά, εκδ. Κέδρος, Αθήνα (1974) 1981, σσ. 40-50, 107-110.

  • Ιωάννου, Γιώργος, Ομόνοια 1980, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1980.

  • Ιωάννου, Γιώργος, «Επιτάφιος θρήνος», στην ομώνυμη συλλογή πεζογραφημάτων, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1980, σσ. 11-21.

  • Ιωάννου, Γιώργος, «Τα σαράντα κύματα», «Βαθιά εισπνοή», «Ως ωραίοι οι πόδες!...», στο Καταπακτή, πεζά κείμενα, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1982, σσ. 157-164, 183-185, 195-199.

  • Ιωάννου, Γιώργος, «Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης», στο Ο της φύσεως έρως, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1985, σσ. 113-126.

  • Κουμανταρέας, Μένης, «Σε μέρος όπου φως δεν φέγγει», στον τόμο Πλανόδιος σαλπιγκτής, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1989, σσ. 37-49.

  • Μητσάκης, Μιχαήλ, «Ζωγραφιά νυκτερινή» (1893), στον τόμο Μιχ. Μητσάκης – Το έργον του, με εισαγωγή, σχόλια και επιμέλεια Μιχ. Περάνθη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1956, σσ. 106-113.

  • Benjamin, Walter, «Paysages urbains - Weimar », στο Sens unique, précédé de Une enfance berlinoise (1933), μτφρ. Jean Lacoste, εκδ. Les Lettres Nouvelles / Maurice Nadeau, Παρίσι (1978), 1988, σσ. 282-285.

  • Charles Lamb, «Καπνοδοκαθαριστών εγκώμιον», μτφρ. Μένης Κουμανταρέας, περ. Ηριδανός, τχ. 2/14, Αθήνα, Οχτώβρης-Νοέμβρης 1975, σσ. 74-78.

  • Hugo, Victor, Notre-Dame de Paris (1831), εκδ. Gallimard/Folio, Παρίσι (1974) 1988.

  • Maupassant, Guy de, « La nuit / Η νύχτα» (1888), στο Επίλεκτα διηγήματα, μτφρ. Φ. Πιομπίνος, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 422-428.

  • Perec, Georges, L’homme qui dort / Ο άνθρωπος που κοιμάται (1967), μτφρ. Π. Ζαχοπούλου Βλάχου, εκδ. Θεωρία, Αθήνα 1983.

  • Perec, Georges, Espèces d’espaces / Χορείες χώρων, Παρίσι 1974, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2000.

  • Perec, Georges, La Vie mode d’emploi / Ζωή Οδηγίες χρήσεως, μτφρ. Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1991.

  • Ponge, Francis, « Le porte-plume d’Alger », στο Méthodes, εκδ. Gallimard, Folio/Essais, Παρίσι (1962) 1988, σσ. 79-92.

  • Valéry, Paul, « Composition d’un port », στο Œuvres, τ. ΙΙ, εκδ. Gallimard / Bibliothèque de la Pléiade, Παρίσι (1957) 1997, σσ. 860-868.

  • Woolf, Virginia, La scène londonienne, επιλογή κειμένων, μτφρ. Pierre Alien, εκδ. Christian Bourgois, Παρίσι 1983.

  • Zola, Emile, Le ventre de Paris (1873), εκδ. Gallimard/Folio, Παρίσι (1964) 1979.

Β. Θεωρητικά κείμενα για την πόλη

  • Augé, Marc, Un ethnologue dans le métro, εκδ. Hachette, σειρά « Textes du XXe siècle», Παρίσι 1986.

  • Balzac, Honoré de, Théorie de la démarche, στο περ. L’Europe Littéraire, 15, 18, 25 Αυγούστου και 5 Σεπτεμβρίου 1833. Επανεκδόθηκε με εισαγωγή του Pol Bury και επίμετρο του J. Meyer-Petit, εκδ. L’Échoppe, Παρίσι 1992.

  • Barré, François, «Débat sur la place», στο La piazza & la città, Arnoldo Mondadori Editore, Instituto Italiano di Cultura di Parigi, Παρίσι, Δεκέμβριος 1985, σσ. 117-125.

  • Barthes, Roland, « Centre-ville, centre vide / Κέντρο πόλη, κέντρο κενό », στο L’empire des signes / Η επικράτεια των σημείων (1970), μτφρ. Κ. Παπαϊακώβου, εκδ. Ράππα, Αθήνα 1984, σσ. 43-46.

  • Butor, Michel, « Le voyage et l’écriture », στο Répertoire IV, Éditions de Minuit, Παρίσι 1974, σσ. 9-29.

  • Butor, Michel, « La ville comme texte », στο Répertoire V, Éditions de Minuit, Παρίσι 1982, σσ. 33-42.

  • Butor, Michel, Frontières (entretiens avec Christian Jacomino, accompagnés de quelques exemples. Photos : Annie Fiori), Le Temps Parallèle – Editions, σειρά «Rencontres », Μασσαλία 1985.

  • Le Clézio, J.-M., συνομιλία με τον Denis Goldschmidt, στο περ. L’Architecture d’aujourd’hui, τχ. 153, Παρίσι, Δεκέμβριος 1970-Ιανουάριος 1971, σσ. 7-9.

  • Moles, A., L’affiche dans la société urbaine, εκδ. Dunod, Παρίσι 1970.

  • Quaroni, Ludovico, « Un avvenire per la piazza? », στο La piazza & la città, ό.π., σσ. 112-116.

  • Sansot, Pierre, Poétique de la ville, εκδ. Klincksieck, Παρίσι (1971) 1984.

  • Vernant, Jean-Paul, Mythes et pensée chez les Grecs, Maspero, Paris 1966.

Γ. Θεωρητικά κείμενα για λογοτέχνες της πόλης

  • Ταγκόπουλος, Π. Δημήτριος, Φιλολογικά Πορτρέτα (1922), επιμ. Κ. Καφαντάρης, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1988.
  • Τσιριμώκου, Λίζυ, Λογοτεχνία της πόλης, εκδ. Λωτός, Αθήνα 1988.
  • Butor, Michel, «c/ l’heure », στο Histoire extraordinaire (essai sur un rêve de Baudelaire), εκδ. Gallimard, coll. Folio/Essais, Παρίσι (1961) 1988, σσ. 29-31.
  • Sartre, Jean-Paul, Baudelaire, εκδ. Gallimard, σειρά Folio/Essais, Παρίσι (1947, 1975), 1988.

 


Δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου «Ανάπτυξη σύγχρονης μεθοδολογίας για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας σε πλαίσιο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης»
(Πυθαγόρας-Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. ΙΙ) με συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και εθνικούς πόρους.

κορυφή