Κεντρική σελίδα
 

 

 

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΩΣ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

Λάμπρος Βαρελάς



ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Ο όρος «απόκρυφα», με αναφορά σε μια σειρά πεζογραφικών έργων του 19ου αιώνα, επιχειρεί να αποδώσει τον αγγλικό όρο «Mysteries novel» (=μυθιστόρημα μυστηρίων). Η λέξη «απόκρυφα» προέρχεται από τον χώρο της ευαγγελικής παράδοσης και αναφέρεται στα ευαγγέλια και στις μαρτυρίες για τη ζωή του Χριστού που αποκλείστηκαν από τον «κανόνα» των τεσσάρων ευαγγελιστών. Στη νεοελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα τη συναντούμε με συχνότητα σε τίτλους μυθιστορημάτων που περιγράφουν κρυμμένες και σκοτεινές όψεις της ζωής στα αστικά κέντρα. Ο Χριστόφορος Σαμαρτσίδης διευκρινίζει με σαφήνεια στον πρόλογο του μυθιστορήματός του Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως την επιλογή του τίτλου: «Επειδή δε η μεν εξωτερική μορφή τοις πάσιν είναι ορατή, το δε εσωτερικόν είναι απόκρυφον και μόνο τοις μετ’ επιμονής επιδοθείσιν όπως το γνωρίσωσιν, εν μέρει γνωστόν, τούτου ένεκα ουχί ατόπως εδόθη εις το παρόν βιβλίον (το απεικονίζον, ασθενώς ίσως, ποία τις η κεκρυμμένη μορφή της ωραίας εξωτερικής πόλεως των Κωνσταντίνων) ο τίτλος Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως».

Η λέξη «απόκρυφα» εμφανίζεται επίσης σε μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων, όπου οι μεταφραστές αποδίδουν στα ελληνικά τη γαλλική λέξη «mystères» ή την αγγλική «mysteries». Εναλλακτικά αλλά σπανιότερα απαντώνται και οι λέξεις «μυστήρια» και «δράματα». Οι απόκρυφες και σκοτεινές όψεις της ζωής των αστικών κέντρων, τις οποίες περιγράφουν ξένοι και έλληνες λογοτέχνες, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα: παράνομες μυστικές συμμορίες διεφθαρμένων πλουσίων, ληστείες, δολοφονίες, υπόκοσμος, εξαθλιωμένα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, εγκαταλελειμμένα παιδιά, γυναίκες υπό εκμετάλλευση κ.τ.ό. Μερικοί μελετητές θεωρούν τα έργα αυτής της κατηγορίας ως αυτόνομο λογοτεχνικό είδος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στηριζόμενοι στα έργα πρότυπα αυτού του είδους, τα διάσημα επιφυλλιδικά (δημοσιευμένα αρχικά σε συνέχειες σε εφημερίδες) μυθιστορήματα Les Mystères de Paris (1842-1843) του E. Sue, Les Mystères de Londres (1843-1844) του Paul Féval και The Mysteries of the Court of London (1845-1848) του G. W. M. Reynolds. Η Σοφία Ντενίση, σε μελέτη της για τα ελληνικά απόκρυφα μυθιστορήματα, προσδιορίζει ως εξής τη χρήση του όρου απόκρυφα στην ελληνική (ή mystères και mysteries στην ξένη λογοτεχνία): «Ο όρος απόκρυφα λοιπόν παραπέμπει αφενός στις κρυφές πτυχές της μίζερης ζωής του προλεταριάτου, που συχνά οδηγεί σε εγκληματικές ενέργειες που λαμβάνουν χώρα μέσα στον απρόσωπο περίγυρο των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, και αφετέρου στις μυστικές καταχρήσεις και απάτες των αστών και των κρατικών λειτουργών, που συνήθως επιτελούνται για κερδοσκοπικούς λόγους και παραμένουν αθέατες. Και τις δύο αυτές όψεις της σύγχρονής τους κοινωνίας επιθυμούν να αποκαλύψουν οι συγγραφείς στην προσπάθειά τους να επιτύχουν ευνοϊκές μεταρρυθμίσεις για το κοινό καλό».

Σύμφωνα με τους μελετητές, τα απόκρυφα μυθιστορήματα κληρονομούν «την τρομακτική ατμόσφαιρα, τα μυστικά, τα ερωτικά πάθη και τον κακούργο πρωταγωνιστή του γοτθικού μυθιστορήματος (Gothic novel), την εγκληματολογική ενασχόληση εκείνου του είδους μυθιστορήματος που ονομάζεται Newgate και τα τολμηρά στοιχεία εντυπωσιασμού –ελαφρά πορνογραφία, περιγραφή βιαιοτήτων– του sensational novel». Ως ένα βαθμό όμως τα απόκρυφα μυθιστορήματα, τα μυστήρια πόλεων, λειτουργούν σαν μια άλλη μορφή «εξωτισμού» στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Όπως ακριβώς μια σειρά έργων γοήτευαν τους αναγνώστες με την ανάδειξη των άγνωστων και παράξενων ηθών των «απολίτιστων» λαών της Ανατολής, της Αφρικής και της Αμερικής, οι ίδιοι αναγνώστες γοητεύονται τώρα από τη ζωή του υποκόσμου και των εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων του Παρισιού και του Λονδίνου. Δίπλα στους άγριους ιθαγενείς της Αμερικής ανακαλύπτονται οι «άγριοι», οι «άλλοι βάρβαροι», του Παρισιού και του Λονδίνου. Ο αναγνώστης αυτών των έργων πληροφορείται έκπληκτος για μια πραγματικότητα που υπάρχει κοντά του, αλλά την αγνοεί. Έτσι, δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Δουμά οι Μοϊκανοί των Παρισίων (Les Mohicans de Paris, τόμ. 1-19, 1854-1859˙ ελληνική μετάφραση στα 1862), όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί τους παριζιάνους αστυνομικούς να ανακαλύπτουν τα ίχνη των παρανόμων, όπως έκαναν οι ινδιάνοι ιχνηλάτες του αμερικανού συγγραφέα Fenimore Cooper, ή ότι η γαλλική λέξη apache (για την ινδιάνικη φυλή των Απάτσι) χρησιμοποιείται σε κάποια φάση για να δηλωθεί ο κακοποιός και ο αλήτης των πόλεων (στα ελληνικά αποδόθηκε ως «απάχης», και οι «απάχηδες των Αθηνών», οι περιθωριακοί ξένοιαστοι μικροαπατεώνες της Αθήνας, έγιναν ήρωες σε θεατρικές επιθεωρήσεις των αρχών του 20ού αιώνα, καθώς και σε μεταγενέστερες οπερέτες και κινηματογραφικές ταινίες).

Σε αρκετά από τα έργα αυτής της κατηγορίας διακρίνει κανείς την ανησυχία της κυρίαρχης αστικής τάξης για την επιδημική εξάπλωση της διαφθοράς από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα προς το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και τον φόβο για την ανατρεπτική δύναμη των εξασθενημένων κοινωνικών στρωμάτων, των απόκληρων. Έτσι, η ανάδειξη της εξαθλίωσής τους στοχεύει συχνά στο να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου στις πολιτικές δυνάμεις αλλά και στον αστό αναγνώστη, έτσι ώστε να μεριμνήσουν για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, βελτίωση που θα κατευνάσει τις όποιες ανατρεπτικές διαθέσεις. Γι’ αυτό οι μελετητές κάνουν λόγο για ένα σοσιαλισμό πατερναλιστικού τύπου που εξαντλείται στη (μεγαλο)αστική φιλανθρωπία, στα χριστιανικά κηρύγματα της αγάπης και στην κρατική πρόνοια για την εκπαίδευση των χαμηλών κοινωνικών τάξεων.

Τα περισσότερα από αυτά τα έργα θεωρούνται λαϊκά, ενώ συχνά ξεφεύγουν από τον χώρο της καθαρής λογοτεχνίας και διαπλέκονται με τον χώρο της παραλογοτεχνίας.

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Οι έλληνες λογοτέχνες ακολουθούν ακαριαία τη μόδα των ευρωπαϊκών αποκρύφων. Το 1845 μεταφράζονται στα ελληνικά από δύο μεταφραστές ταυτόχρονα τα πολύκροτα Les Mystères de Paris του E. Sue, από τον Ν. Αϋβαζίδη και τον Ι. Ισιδωρίδη Σκυλίσση, και εκδίδονται στην Αθήνα και τη Σμύρνη με τον τίτλο Απόκρυφα Παρισίων και Παρισίων απόκρυφα, αντίστοιχα. Οι μεταφράσεις συναφών έργων πυκνώνουν πολύ στα κατοπινά χρόνια. Παράλληλα, το ίδιο έτος αρχίζουν να κυκλοφορούν και τα πρώτα πρωτότυπα απόκρυφα μυθιστορήματα, με τον γαλλοτραφή τελειόφοιτο μαθητή του γυμνασίου Μαρίνο Παπαδόπουλο Βρετό να δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα. Στον επισυναπτόμενο κατάλογο καταγράφονται τα ελληνικά απόκρυφα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Κάποιοι μελετητές εκτοπίζουν από την ομάδα των αποκρύφων έργα που δεν αποκαλύπτουν «μυστήρια», ανομήματα, από ολόκληρη την κοινωνική διαστρωμάτωση. Στον παρόντα κατάλογο, πάντως, περιλαμβάνονται μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται σε αστικό κέντρο (με ελληνικό πληθυσμό) και θεματοποιούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον υπόκοσμο των ελληνικών πόλεων, την εξαθλίωση των κοινωνικά περιθωριοποιημένων ομάδων και τα απόκρυφα ανομήματα της πολιτικής και αστυνομικής εξουσίας. Διευκρινίζεται με την ευκαιρία ότι στα ελληνικά απόκρυφα δεν κυριαρχεί η μορφή του αριστοκράτη υπερανθρώπου-σωτήρα, όπως συμβαίνει στα έργα πρότυπα του Sue και του Féval. Ως ένα βαθμό τον ρόλο αυτό τον υποκαθιστούν φιλόστοργοι πλούσιοι (π.χ., στα μυθιστορήματα της Μηχανίδου και του Κονδυλάκη) ή ακόμη και ο προνοητικός Σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ στο μυθιστόρημα του Σαμαρτσίδη.

Τα ελληνικά απόκρυφα έργα που τοποθετούν τη δράση στο άστυ (Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Κάιρο, Ερμούπολη, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος) επιδιώκουν να αποκαλύψουν τις οικονομικές και ηθικές ατασθαλίες των πλουσίων και των πολιτικά ισχυρών, τις παράνομες πράξεις του υπόκοσμου (της «Ρεμπέτας», όπως τον αποκαλεί ο Μηνάς Χαμουδόπουλος στο μυθιστόρημά του Οι μυστηρώδεις νυκτοκλέπται), αλλά και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Βεβαίως οι ελλαδικές πόλεις δεν φτάνουν σε πληθυσμό το Παρίσι και το Λονδίνο, όπου τοποθετούν τη δράση τους τα πρώτα ευρωπαϊκά απόκρυφα, ούτε η Ελλάδα διαθέτει τη βιομηχανική υποδομή του καπιταλιστικού κεφαλαίου ώστε να εμφανιστούν έντονα τα φαινόμενα της εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας και της εξαθλίωσης της εργατικής τάξης. Οι μόνες πόλεις με ελληνικό πληθυσμό που προσεγγίζουν την τάξη μεγέθους των δύο δυτικοευρωπαϊκών πόλεων είναι η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη. Οι έλληνες συγγραφείς που γοητεύονται από το μυθιστορηματικό είδος των αποκρύφων φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι οι συνθήκες στην Ελλάδα είναι διαφορετικές, γι’ αυτό και προβαίνουν στους προλόγους τους σε απολογητικές διευκρινήσεις, οι οποίες αποκαλύπτουν τη γοητεία που τους ασκεί αυτό το είδος. Ο Δημοσθένης Ν. Λυμπερίου που εκδίδει το 1866 τα Απόκρυφα Σύρου προλαβαίνει τις ενστάσεις των αναγνωστών του με το να αναρωτιέται ο ίδιος: «Έχει μυστήρια η Σύρος; Και το ελάχιστον χωρίον, το μόλις εκ πεντήκοντα απαρτιζομένων πενιχρών οικίσκων, οπόταν επί πολυετίαν διοικηθή, όπως η Ελλάς μέχρι σήμερον διοικείται, βρίθει μυστηρίων». Αρκετά αργότερα, στα 1889, ο Ιωάννης Ζερβός εκδίδοντας στην Κέρκυρα το απόκρυφο μυθιστόρημα Οι κακούργοι δίνει με τη σειρά του στους αναγνώστες τις αναγκαίες διευκρινήσεις, για να δικαιολογήσει τις συγγραφικές του επιλογές: «Βεβαίως το κακόν δεν προυχώρησε παρ’ ημίν ως άλλοθι. Αι άθλιαι του Λονδίνου συνοικίαι και οι μυστηριώδεις φόνοι εισί παρ’ ημίν πράγματα ανήκουστα, αι εν τη Παλαιά των Παρισίων Χώρα δολοφονίαι και ληστείαι δεν υπάρχουσι παρ’ ημίν. Πλην το κακόν το παρ’ ημίν υπάρχει μέγα αναλόγως της σμικρότητος ημών».

Η ΠΟΛΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Όπως είδαμε, από τη σύστασή τους τα απόκρυφα μυθιστορήματα συνδέονται άμεσα με την πόλη, αφού η πλοκή των υποθέσεών τους προϋποθέτει το περιβάλλον του μεγάλου αστικού κέντρου. Συχνά μάλιστα η πόλη στα απόκρυφα δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα ποικίλα επεισόδια της σκοτεινής ζωής του άστεως, αλλά μετατρέπεται σε κεντρικό ζητούμενο της αφήγησης. Η ίδια η πόλη αποτελεί το βασικό μυστήριο που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει και να αποκαλύψει ο αφηγητής. Οι μελετητές των ευρωπαϊκών αποκρύφων υποστηρίζουν ότι η πόλη, το Παρίσι και το Λονδίνο εν προκειμένω, αντικαθιστά το λαβυρινθώδες και μυστηριώδες κάστρο των γοτθικών μυθιστορημάτων, τον ωκεανό και το υπερωκεάνιο όπου εκτυλίσσονταν οι περιπετειώδεις ναυτικές αφηγήσεις ή ακόμη και τους εξωτικούς τόπους των αφηγήσεων με νέγρους και ερυθρόδερμους σκλάβους. Είναι μια άλλη εκδοχή της ζούγκλας, η ασφαλτωμένη μορφή της, με σκληρούς και άνισους νόμους αλλά και με τους δικούς της «άγριους». Η εστίαση στις απόκρυφες και σκοτεινές πλευρές του αστικού τοπίου (καταγώγια, καταφύγια παρανόμων, εξαθλιωμένες λαϊκές συνοικίες, πορνεία κτλ.) αναδίδει την εικόνα μιας πόλης όχι απλώς επικίνδυνης αλλά άρρωστης, μιας «πόλης-καρκίνου» που απειλεί να μεταδώσει την ασθένειά της και να μολύνει το σύνολο των κατοίκων της.

Στον ελλαδικό χώρο τέτοιες πόλεις που μπορούν να συγκριθούν ως ένα βαθμό με τις σκοτεινές, επικίνδυνες και «άρρωστες» πόλεις των ευρωπαϊκών αποκρύφων είναι μόνο η Αθήνα (μαζί και ο Πειραιάς) και δευτερευόντως η Ερμούπολη της Σύρου. Στον ευρύτερο ελληνικό χώρο της Ανατολής, η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη και η Αλεξάνδρεια μαζί με το Κάιρο –πολιτείες πολυπληθείς, πολυεθνικές και με έντονο ελληνικό στοιχείο– προσομοιάζουν αρκετά στις δυτικές μεγαλουπόλεις ως προς τη σκοτεινότητα και την επικινδυνότητα.

Οι έλληνες συγγραφείς φαίνεται να προτιμούν μια περιηγητική μέθοδο στην απεικόνιση της πόλης όπου τοποθετούν τη δράση των μυθιστορημάτων τους και λιγότερο τις πανοραματικές όψεις. Έτσι, οι συγγραφείς αναφέρουν ρητά συνοικίες και δρόμους της Αθήνας, της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης μέσα στους οποίους κινούνται οι ήρωές τους. Αυτές οι αναφορές λειτουργούν κατά βάση ως τεχνάσματα αληθοφάνειας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η προσέγγιση είναι ρεαλιστική. Οι συγγραφείς των αποκρύφων –και αυτό ισχύει γενικότερα για τους συγγραφείς της αποκαλούμενης ρομαντικής περιόδου– δεν περιφρονούν τη γύρω τους πραγματικότητα˙ στηρίζονται σ’ αυτή και στον περιβάλλοντα χώρο τους, παρ’ όλ’ αυτά όμως οι απιθανότητες της πλοκής και ο μελοδραματικός τόνος κυριαρχούν, και έτσι είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς τα έργα αυτά ως ρεαλιστικά ή –πολύ περισσότερο– ως νατουραλιστικά.

Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε ορισμένα βασικά μοτίβα που κυριαρχούν κατά την αναπαράσταση της πόλης σε ελληνικά απόκρυφα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα.

I. Η ΠΟΛΗ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Ένα στερεότυπο μοτίβο στην απεικόνιση του αστικού χώρου στα απόκρυφα αλλά και γενικότερα στα μυθιστορήματα του 19ου αιώνα, είναι η εικόνα της πόλης λαβυρίνθου. Το «αχανές» οικιστικό τοπίο (για τα δεδομένα της εποχής και ιδιαίτερα για την αντίληψη του επαρχιώτη) με τα ψηλά κτίρια και τους πολλούς δρόμους, το πλήθος των κατοίκων, η απουσία οικειότητας επιτείνουν την αίσθηση του άγνωστου, του ανοίκειου, του εκφοβιστικού. Το μοτίβο αυτό δεν απαντάται μόνο στα απόκρυφα μυθιστορήματα. Είναι γνωστό το πολιτισμικό σοκ που βιώνουν οι επαρχιώτες πρωταγωνιστές κατά την πρώτη τους επαφή με την πρωτεύουσα. Στους Αθλίους των Αθηνών του Ιωάννη Κονδυλάκη η Μαριώρα, νεαρή κοπέλα από την Τήνο, όταν φτάνει για πρώτη φορά στην Αθήνα σοκάρεται από το αχανές της πρωτεύουσας. Στα απόκρυφα μυθιστορήματα η εικόνα του άστεως συνδέεται άμεσα με μια ατμόσφαιρα μυστηρίου που επιτείνει το αίσθημα της αγωνίας και του φόβου στον αναγνώστη. Μια τέτοια εικόνα με ένα μυστηριώδες και ύποπτο άτομο να κρυφοπερπατά στα στενά της Αθήνας γύρω από την Μητρόπολη περιμένει την αναγνώστη των Αθλίων των Αθηνών ήδη στις πρώτες σελίδες του έργου.

II. Η ΠΟΛΗ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Η πόλη στα απόκρυφα μυθιστορήματα γίνεται πιο απειλητική εξαιτίας της τοποθέτησης πολλών σκηνών κατά τη διάρκεια της νύχτας και ειδικά την ώρα του μεσονυκτίου. Η επιλογή του νυχτερινού χρόνου είναι αναπόφευκτη, αφού οι παράνομες δραστηριότητες που αποκαλύπτουν οι συγγραφείς διαδραματίζονται την ώρα που η πόλη κοιμάται. Τα μεσάνυχτα είναι η ιερή ώρα κατά την οποία συναντιούνται οι παράνομοι σε απόμερα σημεία της πόλης για να οργανώσουν τα σκοτεινά σχέδιά τους. Έναν ύμνο στα μεσάνυχτα περιλαμβάνει το πρώτο ελληνικό απόκρυφο, ο Πατροκατάρατος του Μαρίνου Παπαδόπουλου Βρετού, περιγράφοντας τη συνάντηση δύο παρανόμων σε μια μικρή πλατεία των Αθηνών. «Περί το μεσονύκτιον» συμβαίνει και η πρώτη ληστεία στα Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως του Χριστόφορου Σαμαρτσίδη. «Τα ωρολόγια της συνοικίας εδείκνυον την δωδεκάτην» και στο Έν ζακύνθιον απόκρυφον του Σωκράτη Ζερβού, ώρα κατά την οποία μέσα σε καταρρακτώδη βροχή οι παράνομοι συναντιούνται στο στέκι τους.

III. ΤΑ ΚΑΤΑΓΩΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η θεματική των αποκρύφων έχει ως αποτέλεσμα να παρουσιάζεται μια επιλεκτική εικόνα του άστεως, με έμφαση στους χώρους συνάντησης των παρανόμων. Στα γαλλικά απόκρυφα βασιλεύουν τα tapis-francs (τα κακόφημα καπηλειά˙ «ταπιφράγκα» τα αποδίδει στα ελληνικά ο μεταφραστής του Sue Σκυλίσσης), η τρομερή φήμη των οποίων επιβιώνει και στα ελληνικά απόκρυφα, όπως δείχνει η όψιμη αναφορά τους στο μυθιστόρημα του Ιωάννη Ζερβού Οι κακούργοι (1889). Αντίστοιχα, στα ελληνικά απόκρυφα πολλές σκηνές εκτυλίσσονται σε καταγώγια, τεκέδες, καφενεία παρανόμων, ύποπτα σπίτια και ξενοδοχεία κτλ. Έτσι, στα Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως του Σαμαρτσίδη οι παράνομοι συναντιούνται συχνά στο ύποπτο καφενείο του Κουλομανώλη, σε μια εξαθλιωμένη γωνιά του Γαλατά. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται του Μηνά Χαμουδόπουλου, ο Αθανάσιος, όταν φτάνει από τη Σμύρνη στον Πειραιά, βρίσκει αμέσως κατάλυμα στο Ξενοδοχείο Σουσάνα, γνωστό σε όλο τον υπόκοσμο της Αθήνας και του Πειραιά. Εκεί εξασφαλίζει και τις απαραίτητες διασυνδέσεις με τον αθηναϊκό υπόκοσμο. Το ίδιο πρόσωπο, ύστερα από λίγες μέρες συναναστρέφεται με ανθρώπους του αθηναϊκού υποκόσμου και έχει την πρώτη του συνάντηση μαζί τους σε ένα ρυπαρό καπηλιό-καταγώγι κάπου στη συνοικία του Ψυρρή. Όλα αυτά τα σημεία λειτουργούν, όπως ήδη ειπώθηκε, ως τεκμήρια αληθοφάνειας. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως η φαντασία του συγγραφέα αφήνεται αχαλίνωτη και παρασύρει τον αναγνώστη σε θαυμαστά υπόγεια/γιάφκες των παρανόμων, που ορμώνται είτε από τον θαυμαστό κόσμο των μαγικών παραμυθιών είτε από έργα επιστημονικής φαντασίας (του τύπου του Ιουλίου Βερν). Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι το υπόγειο καταγώγιο των κιβδηλοποιών στο σπίτι του Πασχάλη Τοννέρα στο χωριό Καδήκιοϊ στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου.

IV. Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΤΟΠΟΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Είδαμε ότι στα απόκρυφα η πόλη εμφανίζεται στερεοτυπικά ως τόπος ηθικής και κοινωνικής διαφθοράς. Πιο ευεπίφορες στη διαφθορά είναι οι παραθαλάσσιες πόλεις, και ιδίως τα μεγάλα λιμάνια της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης, της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, αλλά και του Πειραιά και της Ερμούπολης. Ο σμυρνιός συγγραφέας των Μυστηριωδών νυκτοκλεπτών το δηλώνει ρητά σε κάποιο σημείο του έργου του:

«Η πόλις μας ως επήνειος πόλις και ο πρώτος σταθμός της Ανατολής παρέχει δυστυχώς άσυλον εις πολλούς εγκληματίας εξοριζομένους εξ άλλων πόλεων. Μελιταίοι και Ιταλοί λωποδύται και τοιχωρύχοι αποσταλάζοντες ενταύθα επαυξάνουσι τον αριθμόν των παρ’ ημίν φαυλοβίων και το χείριστον συσχετιζόμενοι μετ’ αυτών εκδιδάσκουσι και τελειοποιούσιν αυτούς εις το έγκλημα».

Στον αστικό χώρο καραδοκούν πολλοί κίνδυνοι. Εκεί κινδυνεύει κανείς να έρθει σε επαφή με επικίνδυνες και επιλήψιμες ενασχολήσεις, με συνηθέστερη περίπτωση την εμπλοκή του σε κυκλώματα χαρτοπαιξίας,όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει και πάλι ο συγγραφέας των Μυστηριωδών νυκτοκλεπτών.

Εκτός όμως από δολοφόνους, ληστές, παραχαράκτες, χαρτοπαίκτες και γενικότερα κακοποιούς, μια σκοτεινή φιγούρα της πόλης είναι οι προαγωγοί που απειλούν να παρασύρουν –και πολύ συχνά το πετυχαίνουν– νεαρά και άσπιλα κορίτσια της επαρχίας που επισκέπτονται για πρώτη φορά την πρωτεύουσα. Είναι χαρακτηριστική στους Αθλίους των Αθηνών του Κονδυλάκη η πρώτη σκηνή που υποδέχεται τη Μαριώρα στο λιμάνι του Πειραιά, καθώς φτάνει με το πλοίο από την Τήνο, με την προαγωγό κυρά Γιαννού να αναζητά ανάμεσα στους επιβάτες τα υποψήφια θύματά της. Η εντύπωση που υποβάλλεται στον επαρχιώτη αναγνώστη του έργου για την πρωτεύουσα είναι, προφανώς, ότι το άστυ είναι επικίνδυνο μέρος για την ηθική υπόσταση και τιμή των ανθρώπων και ειδικά των κοριτσιών. Ο Σαμαρτσίδης στα Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως, αρκετά προγενέστερα από τον Κονδυλάκη, δίνει σάρκα και οστά σ’ αυτόν τον φόβο. Ένα ολόκληρο κεφάλαιο του έργου του αποτελείται από αφηγήσεις γυναικών που δουλεύουν σε οίκο ανοχής και που εξιστορούν πώς έγιναν πόρνες. Η μία από αυτές, η Ξανθή, μια κοπέλα από την Καλλίπολη της Μικράς Ασίας, αφηγείται πώς μένοντας ορφανή χάθηκε στον λαβύρινθο της Κωνσταντινούπολης αναζητώντας τη θεία της και πώς την προσέγγισε μία προαγωγός οδηγώντας την τελικά στην πορνεία.

Η Κωνσταντινούπολη καταλαμβάνει προνομιακή θέση στα απόκρυφα μυθιστορήματα. Είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η μόνη οικεία για τους Έλληνες πόλη που μπορεί να συγκριθεί με το αχανές του Παρισιού και του Λονδίνου. Ο Σαμαρτσίδης στα Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως παρακολουθεί τη μεταμόρφωση της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, καθώς παρελαύνουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρωπαίοι στρατιώτες που έρχονται για να στηρίξουν τον αγώνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέναντι στη Ρωσία, και την παραλληλίζει μάλιστα με δυτικοευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ο τεράστιος πληθυσμός της, η πολυεθνική πανσπερμία της, το ότι είναι λιμάνι διαμετακομιστικό δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις για να πληθύνουν οι παράνομες δραστηριότητες και να θεριέψουν τα άνθη του κακού. Ο Σαμαρτσίδης στον πρόλογο του ίδιου μυθιστορήματος παρομοιάζει την Κωνσταντινούπολη με τον πύργο της Βαβέλ, μέσα στον οποίο θα τοποθετήσει (προκειμένου να τα αποκαλύψει) τα δρώμενα της ιστορίας του. Ο Henri Tonnet που μελέτησε συστηματικά τον χώρο και τη σημασία του στα Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως επισημαίνει τη διπλή ματιά με την οποία ο Σαμαρτσίδης βλέπει την Κωνσταντινούπολη, την πραγματική αφενός καθώς ο αναγνώστης αναγνωρίζει οικεία μέρη από την τοπογραφία της και ειδικά από την ελληνική συνοικία το Πέραν, και τη συμβολική, ως έναν τόπο όπου συγκρούονται το Καλό και το Κακό, αφού τα πρόσωπα του έργου εμφανίζονται ως αγγελικές ή σατανικές μορφές.

Ειδική περίπτωση φαίνεται να αποτελεί το ημιτελές μυθιστόρημα Επτάλοφος ή Ήθη και έθιμα Κωνσταντινουπόλεως του ψευδώνυμου Πέτρου Ιωαννίδη του Αγέρωχου. Ο πρώτος τόμος του έργου εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1855 και επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1866 με τον τίτλο Απόκρυφα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο πρώτος αυτός τόμος έχει σωθεί σε διάφορες βιβλιοθήκες. Από αναγγελία σε εφημερίδα πληροφορούμαστε ότι εκδόθηκε και ο δεύτερος το 1865, αλλά δεν έχει βρεθεί αντίτυπο. Το κείμενο στην πραγματικότητα δεν ανήκει εξολοκλήρου στην κατηγορία των αποκρύφων. Η επιλογή του τίτλου κράχτη Απόκρυφα της Κωνσταντινουπόλεως στην αθηναϊκή επανέκδοση δείχνει το πόσο διάσημο ήταν το είδος αυτών των έργων εκείνη την περίοδο. Στο έργο δεν εμφανίζονται μερικά από τα βασικά στερεότυπα της κατηγορίας των αποκρύφων, αφού δεν παρουσιάζεται ο υπόκοσμος ούτε οι συνηθισμένες μυστικές συμμορίες παρανόμων. Ο απόκρυφος χαρακτήρας του οφείλεται κυρίως στην αποκάλυψη αξιόμεμπτων συμπεριφορών της (ελληνικής) αριστοκρατίας της Πόλης. Το κεντρικό θέμα είναι η αναίσχυντη δράση του πλούσιου αλλά ατάσθαλου έλληνα κωνσταντινουπολίτη Μηνά Καλημερόπουλου. Το χρήμα και ο έρωτας είναι τα μεγάλα του πάθη˙ εξαπατά οικονομικά τους συνεργάτες του και διακορεύει νέες κοπέλες. Συνεργάτης του στις ανήθικες δραστηριότητές του είναι ο Αρμένιος τραπεζίτης Καραπέτ. Κάποια στιγμή ο Καλημερόπουλος εξαιτίας των καταχρήσεών του χάνει όλα του τα πλούτη. Είναι όμως χρεωμένος στον Καραπέτ, ο οποίος του ζητά ως εκδούλευση να μεσολαβήσει ώστε να απολαύσει ερωτικά την ανεψιά του Αικατερίνη. Ο Καλημερόπουλος δέχεται και οργανώνει σχέδιο εξαπάτησης της ανεψιάς του. Γύρω από αυτή την κεντρική ιστορία που εκτυλίσσεται στις συνοικίες της Κωνσταντινούπολης και στις περιοχές της ασιατικής ακτής εμφανίζονται και πολλά άλλα πρόσωπα από τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Με την περιγραφή των λαϊκών συνοικιών της Πόλης ξεκινά και το έργο, όπου διαγράφεται παραστατικά μια («απόκρυφη» ως ένα βαθμό) εικόνα της πολυδαίδαλης Κωνσταντινούπολης και των δυσκολιών που βιώνουν τα φτωχά λαϊκά στρώματα:

Ένδον οικίσκου τινός κατά την συνοικίαν του Σαρμασαικίου (το πάλαι Σαρματίου), οικίσκου αθλίου μεν κατά το εξωτερικόν, αθλιεστέρου δε κατά το εσωτερικόν, συγκειμένου από έξ δωμάτια μίκριστα, παμπάλαια, και ετοιμόρροπα, κατοικούμενα από έξ οικογενειάρχας, έκαστος των οποίων εάν ηδύνατο να πληρώνη κατά μήνα προς τον οικοδεσπότην το εις παν δωμάτιον συμφωνηθέν ενοίκιον, κατείχε το δικαίωμα του διαμένειν εις την πολύσαθρόν του φωλεάν˙ άλλως, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, γυνή φύσεως διεστραμμένης, μετά πρώτην και δευτέραν του ενοικίου απαίτησιν, δεν εβράδυνε να κατασκορπίση εις την οδόν όλην την μικράν του τοιούτου αποσκευήν, αφ’ ου πρότερον εξησφαλίζετο διά της αυθαιρέτου κατασχέσεως πυραύνου τινός χαλκίνου, ή ετέρου τινός άγγους εκ του αυτού μετάλλου, μόνου πολυτιμωτέρου επίπλου της πενεστάτης εκείνης οικογενείας.

V. Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΤΟΠΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΑΣΥΔΟΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

Η αποκάλυψη του διεφθαρμένου προσώπου της πόλης στα απόκρυφα δεν περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της ηθικής και κοινωνικής διαφθοράς. Ενδιαφέρον παρουσιάζει να παρακολουθήσει κανείς και την πολιτική διάσταση που προσδίδουν κάποιοι συγγραφείς αποκρύφων. Συγκεκριμένα, ο συριανός συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημοσθένης Ν. Λυμπερίου δημοσιεύει στα 1866 το μυθιστόρημα Απόκρυφα Σύρου. Μεταξύ των πολλών άλλων (ερωτικών κυρίως) αποκρύφων της πόλης του, αποκαλύπτει και τα πολιτικά απόκρυφά της, στηλιτεύοντας τη διαπλοκή της αστυνομίας με πολιτικούς άνδρες της πόλης και επικρίνοντας έτσι το προηγούμενο οθωνικό καθεστώς. Η αστυνομία εμφανίζεται να εξυπηρετεί γενικότερα τα συμφέροντα των ισχυρών της πόλης, ακόμη και των παρανόμων, δρώντας κατασκοπευτικά υπέρ των παραπάνω και εις βάρος των πολιτών. Η πιο εντυπωσιακή όμως «απόκρυφη» πληροφορία που αποκαλύπτει αφορά το μυστικό υπόγειο βασανιστηρίων της Αστυνομίας Σύρου, κατά τη διάρκεια των εκλογών στις 25. 3. 1848, όπου κατακρατούνται και βασανίζονται (ακόμη και μέχρι θανάτου) οι διαφωνούντες πολίτες, έως ότου συναινέσουν να δώσουν την ψήφο τους στους συνεργαζόμενους με την αστυνομία πολιτικούς.

VI. Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΩΝ "ΑΘΛΙΩΝ" ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΜΟΛΥΝΣΗΣ

Ο πολιτικός χαρακτήρας των αποκρύφων λαμβάνει όμως και μια ευρύτερη διάσταση, πάντα μέσα στη γενικότερη περιγραφή της πόλης. Όπως είδαμε, μια από τις μέριμνες των ευρωπαίων συγγραφέων μυστηρίων πόλεων ήταν η αφύπνιση των αστών γύρω από την τύχη των εξαθλιωμένων κοινωνικών στρωμάτων των μεγαλουπόλεων, προκειμένου να προληφθεί οποιαδήποτε πιθανή κοινωνική ανατροπή. Έτσι ερμηνεύεται από πολλούς μελετητές η «σοσιαλιστική» στάση του Sue στα Les Mystères de Paris. Η γενικότερη αυτή στάση της αστικής τάξης στον 19ο αιώνα έχει την απήχησή της και στην Ελλάδα. Στην Αθήνα ειδικά, όπου συσσωρεύονται φτωχοί και περιθωριακοί πληθυσμοί, θα κάνουν την εμφάνισή τους και οι πρώτες συστηματικές προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των απόκληρων, με στόχο την ένταξή τους στο σύστημα και τελικά την προστασία του αστικού οικοδομήματος. Η Μαρία Κορασίδου, που μελέτησε το ζήτημα αυτό στον ελληνικό 19ο αιώνα, υποστηρίζει ότι

Στα μάτια των μορφωμένων όλος αυτός ο διαφορετικός κόσμος "στο περιθώριο των πολιτισμένων ανθρώπων", ερχόταν να αμφισβητήσει σοβαρά τις αξίες του κυρίαρχου κοινωνικού και πολιτιστικού οικοδομήματος της εποχής τους, οικοδόμημα που τα μεσαία στρώματα της Αθήνας θεωρούσαν ως την έκφραση του ίδιου του πολιτισμού.

Έτσι, οι Αθηναίοι αστοί, οι οποίοι "ήθελαν να διατηρούν φραγμούς προς τα κάτω και να βλέπουν τις πόρτες να ανοίγουν προς τα πάνω", θα επιδοθούν ενεργά στην υπεράσπιση αυτού του οικοδομήματος. "Η συνειδητοποίηση ότι όλοι οι δρόμοι της παρέκκλισης και της ζητιανιάς ξεκινούν από το σπίτι του φτωχού", θα ενισχύσει την πεποίθηση των μεσαίων στρωμάτων ότι η παρουσία των φτωχών αποτελεί απειλή εναντίον της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων, και θα νομιμοποιήσει έτσι την παρέμβασή τους στη ζωή των απόκληρων της Αθήνας.

Tο ζήτημα αυτό απασχολεί και τους έλληνες συγγραφείς αποκρύφων, αφού εκ των πραγμάτων ασχολούνται με τους περιθωριακούς πληθυσμούς των μεγάλων πόλεων, κυρίως της πρωτεύουσας. Η πεποίθηση ότι η κοινωνική μόλυνση μπορεί να προέλθει από τα απαίδευτα και γι’ αυτό επικίνδυνα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, από τους «αθλίους των πόλεων», οδηγεί μερικούς συγγραφείς σε κηρύγματα για την αναγκαία εκπαίδευση αυτών των πληθυσμών, προκειμένου να προστατευτεί το σύνολο της κοινωνίας από μια επιδημική και προϊούσα σήψη. Από αυτή την ανησυχία διαπνέεται το απόκρυφο μυθιστόρημα του σμυρνιού συγγραφέα Μηνά Χαμουδόπουλου, ο οποίος περιγράφει τη δράση του υπόκοσμου κυρίως στη Σμύρνη, αλλά και στην Αθήνα, τον Πειραιά, την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη.

VII. ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ (=ΤΑ ΧΑΜΙΝΙΑ) ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ένα αγαπημένο θέμα των ελληνικών αποκρύφων, με σαφείς επιδράσεις από τα ευρωπαϊκά απόκρυφα και από τους Αθλίους του V. Hugo, είναι η δράση και η συμπεριφορά των εγκαταλελειμμένων παιδιών, των χαμινιών της πόλης, στην περίπτωση των οποίων βρίσκει την πειστικότερη υπόστασή της η έννοια των «αθλίων της πόλης». Γνωστότερα ως μάγκες ή μοσχομάγκες έχουν σημαντική δράση στην πολιτική ζωή της Αθήνας, αφού συμμετείχαν και στις πολιτικές εξεγέρσεις. Έχουν τον δικό τους τόπο συγκέντρωσης, το γνωστό ρολόι του Έλγιν, στην Παλαιά Αγορά, τους δικούς τους νόμους, τη δική τους ιεραρχία, τη δική τους ιδιόλεκτο (argot). Αυτούς τους «μάγκες του Ρολογιού» περιγράφει διεξοδικά ο Νικόλαος Β. Βωτυράς σε ένα ολόκληρο κεφάλαιο του μυθιστορήματός του Συνέπεια της αμαρτίας (1873), μαζί με μια ειδική εικονογράφηση του καταφυγίου τους. Τους μάγκες του Ρολογιού αναλαμβάνουν να διαπαιδαγωγήσουν οι ιδρυτές της Σχολής Απόρων Παίδων του Παρνασσού (έτος ίδρυσης 1872) παράλληλα με τη γενικότερη προσπάθεια εναντίον της εκμετάλλευσης της παιδικής εργασίας.

 

 

Στις χαρακτηριστικές (όχι όμως πλήρεις και εξαντλητικές) όψεις του άστεως στα ελληνικά απόκρυφα που περιγράφηκαν παραπάνω, είναι ορατές οι αναμενόμενες οφειλές σε αντίστοιχα στερεοτυπικά μοτίβα των ευρωπαϊκών αποκρύφων. Ο εξελληνισμός τους και οι αναγκαστικές προσαρμογές τους στην πραγματικότητα της νεοελληνικής μικρογραφίας είναι δεδομένες, αφού εκτός από τα άνισα (αριθμητικά και άλλα) σύνολα και τις άλλες αναντιστοιχίες στο επίπεδο της ταξικής και ευρύτερα κοινωνικής πραγματικότητας απουσιάζει από τη νεοελληνική λογοτεχνία της εποχής η παράδοση του γοτθικού μυθιστορήματος όπως και εκείνες άλλων ειδών, που είχαν γονιμοποιήσει τα ευρωπαϊκά απόκρυφα.

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ

Νάσος Βαγενάς, «Ένας τελικά λαϊκός πεζογράφος», Το Βήμα, 12. 2. 1995 (= Νάσος Βαγενάς, Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, Αθήνα, Κέδρος, 1999, σσ. 154-157)

Παντελής Βουτουρής, Ως εις καθρέπτην… Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, Αθήνα, Νεφέλη, 1995, σσ. 174-198

Σοφία Ντενίση, «Μυθιστόρημα των Αποκρύφων: Μια μορφή κοινωνικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα», Περίπλους 43 (Ιούλ. 1996 – Φεβρ. 1997) 38-6

Γεωργία Γκότση, «Η ελληνική μυθιστορία Αποκρύφων του 19ου αιώνα», Αντί 641 (1. 8. 1997, αφιέρωμα: «Το ελληνικό απόκρυφο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα») 6-17

Γεωργία Δράκου, «"… αναλόγως της σμικρότητος ημών". Οι πρώτες προσπάθειες μεταφύτευσης των Αποκρύφων στην Ελλάδα (1845-1855)», ό.π., σσ. 18-25

Henri Tonnet, «Ο χώρος και η σημασία του στα "Απόκρυφα Κωνσταντινουπόλεως " (1868) του Χριστόφορου Σαμαρτσίδη», ό.π., σσ. 26-31

Παντελής Βουτουρής, «Ο Ιωάννης Σ. Ζερβός και το απόκρυφο μυθιστόρημα. Eugène Sue και Émile Zola», ό.π., σσ. 32-40

Γεωργία Γκότση, «Υποθέσεις για το εικονογραφημένο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα. Η περίπτωση των Αποκρύφων», ό.π., σσ. 42-47

Πάν. Μουλλάς, «Εισαγωγή» στη σειρά: Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τόμ. Α΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1998, σσ. 135-150 (κεφ. 7: «Μυστήρια, απόκρυφα, δράματα ή "Ιδού πού παρασύρουσιν αι ρομάντσαι!"»)

Γεωργία Γκότση, «Εισαγωγή», στον τόμο: Ιωάννης Δ. Κονδυλάκης, Οι άθλιοι των Αθηνών. Φιλολογική επιμέλεια Γεωργία Γκότση, τόμ. Α΄- Β΄, Αθήνα, εκδόσεις Νεφέλη, 1999 (Η πεζογραφική μας παράδοση, αρ. 58Α-Β), σσ. 7-48

Λάμπρος Βαρελάς, «Ο Πατροκατάρατος του Μαρίνου Παπαδόπουλου Βρετού (1845): Το πρώτο (;) ελληνικό roman-feuilleton και το πρώτο (;) ελληνικό απόκρυφο μυθιστόρημα», Νέα Εστία 153, τχ. 1755 (Απρίλιος 2003) 709-71

 


* Ευχαριστώ τους Ζέτα Γκότση, Τάκη Καγιαλή και Αναστασία Νάτσινα για τις εποικοδομητικές παρατηρήσεις τους. Ευχαριστώ επίσης τον Δημήτρη Τζιόβα για τη βιβλιογραφική του συνδρομή.

 


Δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου «Ανάπτυξη σύγχρονης μεθοδολογίας για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας σε πλαίσιο Ανοικτής και εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης»
(Πυθαγόρας-Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. ΙΙ) με συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και εθνικούς πόρους.

κορυφή